Η ΔΕΗ σχεδιάζει κέντρο δεδομένων στη Δυτική Μακεδονία, με υβριδική ενεργειακή τροφοδοσία. Το έργο συνδέεται με τη μείωση του ελλείμματος του ενεργειακού ισοζυγίου στο 1,5% του ΑΕΠ.
Η Δυτική Μακεδονία μπαίνει στο επίκεντρο της ψηφιακής και ενεργειακής μετάβασης, καθώς το κέντρο δεδομένων που σχεδιάζει η ΔΕΗ παρουσιάζεται ως έργο-ορόσημο για την εποχή μετά τον λιγνίτη. Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος το περιέγραψε ως επένδυση με βαρύτητα τόσο για την τοπική οικονομία όσο και για τη χώρα συνολικά.
Απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Πάρι Κουκουλόπουλου, ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι το σχέδιο δεν περιορίζεται σε μία μεμονωμένη εγκατάσταση πληροφορικής, αλλά σε έναν κόμβο που μπορεί να στηρίξει νέο παραγωγικό μοντέλο στην περιοχή.
Πώς θα τροφοδοτείται ενεργειακά το κέντρο δεδομένων
Ο σχεδιασμός του έργου, σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, στηρίζεται σε ένα ευρύτερο ενεργειακό οικοσύστημα. Προβλέπεται συνδυασμός φυσικού αερίου, αντλησιοταμίευσης, μπαταριών και φωτοβολταϊκών, ώστε να εξασφαλίζεται σταθερή και αξιόπιστη τροφοδοσία για τις ενεργοβόρες υποδομές του κέντρου δεδομένων.
Η ΔΕΗ βρίσκεται ακόμη στη φάση διαμόρφωσης του τελικού σχεδίου, με την επένδυση να προσαρμόζεται στις ανάγκες των μελλοντικών χρηστών. Όπως διευκρινίστηκε, η περιβαλλοντική αδειοδότηση θα προχωρήσει αφού οριστικοποιηθούν οι σχετικές συμφωνίες και αποτυπωθούν πλήρως οι απαιτήσεις ισχύος και λειτουργίας.
Ρόλος της τοπικής κοινωνίας και αφήγημα για τις ΑΠΕ
Ο υφυπουργός τόνισε ότι η συζήτηση δεν γίνεται «ερήμην της τοπικής κοινωνίας», επισημαίνοντας πως οι ευκαιρίες που δημιουργούνται δεν έχουν ακόμη επικοινωνηθεί επαρκώς, αλλά η συζήτηση με τους τοπικούς φορείς είναι σε εξέλιξη. Υπογράμμισε επίσης ότι η επένδυση δεν αποτελεί «μυστικό σχέδιο», αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για τη μεταλιγνιτική περίοδο.
Παράλληλα, ο κ. Τσάφος αναφέρθηκε στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, σημειώνοντας ότι το έλλειμμα έχει περιοριστεί στο 1,5% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2000. Απέδωσε αυτή τη βελτίωση κυρίως στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τονίζοντας ότι «έχει πειστεί ο κόσμος ότι είναι εθνικό καύσιμο ο λιγνίτης και όχι ο ήλιος και ο άνεμος».
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, ένα μεγάλο κέντρο δεδομένων που τροφοδοτείται από συνδυασμό ΑΠΕ, φυσικού αερίου και αποθήκευσης σημαίνει σταδιακή ενίσχυση της ευστάθειας του συστήματος και καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης παραγωγής. Αν η μείωση του ελλείμματος του ενεργειακού ισοζυγίου στο 1,5% του ΑΕΠ παγιωθεί, περιορίζεται η έκθεση της χώρας σε ακριβές εισαγωγές καυσίμων, κάτι που μεσοπρόθεσμα λειτουργεί ως ανάχωμα σε απότομες αυξήσεις λογαριασμών ρεύματος. Για τη Δυτική Μακεδονία, η επένδυση της ΔΕΗ μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, στηρίζοντας την τοπική οικονομία σε μια περίοδο που η εξάρτηση από τον λιγνίτη υποχωρεί.






