Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει μέτωπο για νέους φόρους σε ψηφιακές υπηρεσίες, online στοίχημα και κρυπτονομίσματα, ώστε να χρηματοδοτήσει το κοινό χρέος και τις νέες προτεραιότητες. Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στο μπλοκ των «Φίλων της Συνοχής», επιδιώκοντας να διασφαλίσει κονδύλια για ΕΣΠΑ, ΚΑΠ και περιφερειακά έργα μετά το 2028.
Πίσω από τη φαινομενικά τεχνική συζήτηση για τη φορολόγηση ψηφιακών υπηρεσιών, online στοιχήματος και κρυπτονομισμάτων, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπραγματεύεται το νέο της δημοσιονομικό μοντέλο. Η ανάγκη αποπληρωμής του κοινού χρέους του Ταμείου Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με τις αυξημένες δαπάνες για άμυνα, Ουκρανία, βιομηχανική πολιτική και τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργεί έναν λογαριασμό δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για την επόμενη δεκαετία.
Η Κομισιόν αναζητά νέους «ίδιους πόρους», δηλαδή έσοδα που θα κατευθύνονται απευθείας στον κοινοτικό προϋπολογισμό, μειώνοντας την ανάγκη αύξησης των εθνικών συνεισφορών. Στόχος είναι να χρηματοδοτηθούν οι νέες προτεραιότητες χωρίς να «ψαλιδιστούν» οι πόροι που επιστρέφουν στα κράτη-μέλη μέσω ΕΣΠΑ και Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Πόσα χρήματα φέρνουν οι νέοι φόροι;
Σύμφωνα με τα σενάρια εργασίας, ένας ευρωπαϊκός φόρος στις ψηφιακές υπηρεσίες θα μπορούσε να αποδίδει περίπου 5 δισ. € τον χρόνο. Η βάση του φόρου αφορά ψηφιακή διαφήμιση, πλατφόρμες διαμεσολάβησης και εμπορική αξιοποίηση δεδομένων χρηστών, δηλαδή δραστηριότητες που σήμερα φορολογούνται αποσπασματικά σε εθνικό επίπεδο.
Συμπληρωματικά, εξετάζεται εισφορά στις διαδικτυακές στοιχηματικές δραστηριότητες και το online gambling, με εκτιμώμενα έσοδα 1,9 δισ. € ετησίως. Τρίτος πυλώνας είναι η αγορά κρυπτονομισμάτων, όπου η φορολόγηση συναλλαγών ή κεφαλαιακών κερδών θα μπορούσε να αποφέρει 3 έως 4 δισ. € τον χρόνο.
Συνολικά, οι τρεις πηγές εκτιμάται ότι μπορούν να δημιουργήσουν σχεδόν 10 δισ. € ετησίως, ή περίπου 70 δισ. € σε ορίζοντα επταετίας. Στις Βρυξέλλες αυτό θεωρείται μερική, αλλά κρίσιμη, απάντηση στην πίεση που διαφορετικά θα μεταφερόταν στις κλασικές πολιτικές της Ένωσης.
Η μάχη για τη Συνοχή και ο ρόλος της Ελλάδας
Η Πολιτική Συνοχής και η Κοινή Αγροτική Πολιτική απορροφούν σήμερα σχεδόν τα δύο τρίτα των δαπανών της ΕΕ και βρίσκονται πρώτες στη λίστα πιθανών περικοπών για ορισμένες χώρες-χρηματοδότες. Απέναντι σε αυτό το σενάριο, 16 κράτη-μέλη έχουν συγκροτήσει το μπλοκ των «Φίλων της Συνοχής», με την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή μαζί με Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ρουμανία και χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, που παραμένει από τους μεγαλύτερους καθαρούς αποδέκτες κοινοτικών πόρων, το διακύβευμα είναι άμεσο: υποδομές, περιφερειακά προγράμματα, αγροτικές επιδοτήσεις και μεγάλο μέρος των δημόσιων επενδύσεων εξαρτώνται από τις ροές του κοινοτικού προϋπολογισμού. Κυβερνητικές πηγές συνδέουν ευθέως τη συζήτηση για τους νέους ίδιους πόρους με το ύψος των κονδυλίων μετά το 2028.
Η συγκυρία αποκτά πρόσθετη βαρύτητα, καθώς η Ελλάδα θα ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όταν αναμένεται να κορυφωθούν οι διαπραγματεύσεις για τον νέο επταετή προϋπολογισμό. Η Αθήνα θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ευρωπαϊκής δημοσιονομικής αυτονομίας και στην προστασία των πόρων για τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η προσπάθεια της Επιτροπής να στηρίξει τον προϋπολογισμό σε αυτόνομες ευρωπαϊκές πηγές εσόδων αντιμετωπίζεται θετικά από όσους ζητούν ισχυρότερη οικονομική ολοκλήρωση. Ωστόσο, αρκετές κυβερνήσεις εκφράζουν επιφυλάξεις για την περαιτέρω μεταφορά φορολογικών αρμοδιοτήτων στις Βρυξέλλες, προμηνύοντας δύσκολες διαπραγματεύσεις τα επόμενα χρόνια.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή και επενδυτή, οι ευρωπαϊκοί φόροι σε ψηφιακές υπηρεσίες, στοίχημα και κρυπτονομίσματα μπορεί να σημαίνουν υψηλότερο κόστος χρήσης πλατφορμών και μικρότερη καθαρή απόδοση σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Αν όμως οι νέοι πόροι προστατεύσουν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ και της ΚΑΠ, οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι αγρότες θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε επιδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις που στηρίζουν επενδύσεις, απασχόληση και τοπικά εισοδήματα. Για την εθνική οικονομία, η έκβαση αυτού του «παζαριού» θα καθορίσει το περιθώριο δημόσιων επενδύσεων μετά το 2028 και, κατ’ επέκταση, τον ρυθμό ανάπτυξης και την ανθεκτικότητα της χώρας σε μελλοντικές κρίσεις.






