Η ελληνική γεωργία γερνάει: το 2035 κρίνει την επόμενη μέρα

Η ελληνική γεωργία εισέρχεται στην πιο κρίσιμη δεκαετία της, με το δημογραφικό ρήγμα να απειλεί την ίδια την παραγωγική της βάση. Αν δεν διαμορφωθεί τώρα μια συνεκτική πολιτική ανανέωσης γενεών, η απάντηση στο «ποιος θα καλλιεργεί τη χώρα το 2035» θα δοθεί από την εγκατάλειψη των χωραφιών.

Η ελληνική γεωργία εισέρχεται στην πιο κρίσιμη δεκαετία της, καθώς οι διαπραγματεύσεις για την Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027 τρέχουν και το ερώτημα «ποιος θα καλλιεργεί τη χώρα το 2035» παραμένει αναπάντητο. Πίσω από προϋπολογισμούς και οικολογικά σχήματα, το πραγματικό ρήγμα είναι δημογραφικό και απειλεί να καταστήσει κενό γράμμα κάθε σχεδιασμό.

Διαφήμιση

Ελληνική γεωργία: τι δείχνουν οι αριθμοί και η ηλικιακή βόμβα;

Τα στοιχεία της Απογραφής Γεωργίας-Κτηνοτροφίας 2020 αποτυπώνουν μια σταθερή αποψίλωση του παραγωγικού ιστού. Οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκαν από 723.006 το 2009 σε 530.679 το 2020, δηλαδή απώλεια 26,6% ή περίπου 17.485 εκμεταλλεύσεις κάθε χρόνο σε μία μόλις δεκαετία.

Την ίδια στιγμή, η χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση υποχώρησε κατά 18,8%, από 34.779.290 σε 28.244.494 στρέμματα, ένδειξη ότι χωράφια εγκαταλείπονται αντί να συγκεντρώνονται σε βιώσιμες μονάδες. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι το ηλικιακό προφίλ: το 65% όσων υπέβαλαν ΟΣΔΕ το 2020 ήταν άνω των 55 ετών, το 37% άνω των 65, ενώ μόλις 3,5% κάτω των 35 ετών.

Διαρθρωτικά εμπόδια για τους νέους και τα όρια της ΚΑΠ

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μέση ηλικία αγροτών το 2020 ήταν τα 57 έτη και μόνο το 12% κάτω των 40, με την Ελλάδα να βρίσκεται τρίτη από το τέλος: μόλις 7,2% των εκμεταλλεύσεων ανήκουν σε παραγωγούς κάτω των 40, χαμηλότερα μόνο από Πορτογαλία και Κύπρο. Η αναλογία στην Ελλάδα είναι αποκαλυπτική: για κάθε 100 αγρότες άνω των 55, μόλις 9 είναι κάτω των 35, ένα χάσμα που δεν κλείνει με αποσπασματικά πριμ.

Η αποτυχία προσέλκυσης νέων δεν είναι ζήτημα μόνο επιδοτήσεων αλλά δομής. Η πρόσβαση στη γη παραμένει κατακερματισμένη και ακριβή, με μέσο μέγεθος εκμετάλλευσης περίπου 53 στρέμματα και ελάχιστες δυνατότητες για νέους χωρίς κεφάλαιο ή οικογενειακή περιουσία. Στο ίδιο κάδρο, τα προγράμματα Νέων Αγροτών επιβαρύνονται με πολυετείς καθυστερήσεις, ενώ η αβεβαιότητα εισοδήματος, λόγω μεγάλης απόστασης τιμής παραγωγού–τιμής ραφιού, ακυρώνει την έννοια «αγροτική επιχειρηματικότητα».

Στόχοι Βρυξελλών, ελληνικές εκκρεμότητες και οικονομικός κίνδυνος

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει φιλόδοξο στόχο: διπλασιασμό του μεριδίου των νέων γεωργών μέχρι το 2040, ώστε να φτάσουν το 24% του συνόλου, και υποχρέωση κάθε κράτους-μέλους να καταρτίσει έως το 2028 εθνική στρατηγική ανανέωσης γενεών. Η προτεινόμενη ΚΑΠ μετά το 2027 προβλέπει εργαλεία εκκίνησης, μεταξύ των οποίων και «δέσμη εκκίνησης» έως 300.000 € για νέους αγρότες.

Όμως η CEJA προειδοποιεί ότι χωρίς ενίσχυση προϋπολογισμού, οι στόχοι κινδυνεύουν να μείνουν ευχολόγιο. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: πρέπει να σχεδιάσει στρατηγική ανανέωσης ενώ ακόμη δεν έχει αποπληρώσει δικαιούχους των υφιστάμενων προγραμμάτων Νέων Αγροτών. Και η συρρίκνωση του κλάδου δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα: η γεωργία αντιστοιχεί στο 4,7% του ΑΕΠ, έναντι 1,9% στην ΕΕ, και οι αγροτικές εξαγωγές έφτασαν τα 6,5 δισ. € το 2020, άρα το δημογραφικό κενό μεταφράζεται σε άμεσο μακροοικονομικό ρίσκο.

Τι πολιτική χρειάζεται ο αγρότης του 2035;

Η ανανέωση γενεών στην ελληνική γεωργία απαιτεί συνεκτικό σχέδιο σε τρεις άξονες. Πρώτον, έναν πραγματικά λειτουργικό μηχανισμό μεταβίβασης γης, με φορολογικά κίνητρα για όσους συνταξιοδοτούνται και παραχωρούν εκμεταλλεύσεις σε νέους, ώστε η έξοδος της παλιάς γενιάς να μη σημαίνει απλώς εγκατάλειψη.

Δεύτερον, ριζική απλοποίηση των διαδικασιών για τα προγράμματα Νέων Αγροτών, με στόχο τα χρήματα να φτάνουν στο χωράφι σε εύλογο χρόνο και όχι μετά από δύο ή τρία χρόνια διοικητικών καθυστερήσεων. Τρίτον, αναγνώριση ότι ο αγρότης του 2035 θα χρειάζεται ψηφιακά εργαλεία, αξιόπιστη ενέργεια και πρόσβαση στις αλυσίδες αξίας, και όχι μόνο τίτλο ιδιοκτησίας και βασική ενίσχυση.

ελληνική γεωργία SBC Red Line

Η μεγάλη σιωπή της συζήτησης για την ΚΑΠ είναι ότι όλοι μιλούν για ποσοστά ενισχύσεων, αλλά ελάχιστοι για το γεγονός ότι ο μέσος παραγωγός θα είναι συνταξιούχος όταν λήξει ο επόμενος κύκλος. Αν δεν υπάρξει πολιτική απόφαση να αλλάξει η ηλικιακή πυραμίδα, τα νέα εργαλεία της ΚΑΠ θα λειτουργήσουν πάνω σε μια βάση που απλώς δεν θα υπάρχει.

Για τις επιχειρήσεις τροφίμων και τις εξαγωγικές αλυσίδες, το διακύβευμα είναι η ασφάλεια πρώτης ύλης: λιγότεροι και γηραιότεροι παραγωγοί σημαίνουν μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές και μεταβλητότητα κόστους. Για τους ίδιους τους αγρότες, η καθυστέρηση πληρωμών και η αβεβαιότητα εισοδήματος αποθαρρύνουν τους διαδόχους πριν καν μπουν στο χωράφι.

Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η ελληνική γεωργία δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον σε μια γενιά που αποχωρεί. Το στοίχημα της επόμενης πενταετίας είναι αν η χώρα θα χτίσει έγκαιρα ένα νέο παραγωγικό δυναμικό ή αν θα αποδεχθεί σιωπηλά ότι μεγάλα τμήματα της υπαίθρου της θα περάσουν από την παραγωγή στην εγκατάλειψη.

#ελληνικήγεωργία #ΚΑΠ #νέοιαγρότες #αγροτικήπολιτική #αγροτικέςεπιδοτήσεις #ΟΣΔΕ #αγροτικήγη #αγροτικέςεξαγωγές #ΑΕΠ #ΕυρωπαϊκήΕπιτροπή #CEJA #πρωτογενήςτομέας #δημογραφικό #αγροτικήανάπτυξη #αγροτικήεπιχειρηματικότητα

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.