Η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στον Κόλπο δεν θα οικοδομηθεί με όπλα αλλά με οικονομική αλληλεξάρτηση

Ο πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν δεν άλλαξε μόνο τις ισορροπίες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Αποκάλυψε και κάτι βαθύτερο: ότι το μεταπολεμικό σύστημα ασφάλειας του Περσικού Κόλπου έχει πλέον εξαντλήσει τα όριά του. Οι στρατιωτικές συμμαχίες παραμένουν σημαντικές, όμως δεν αρκούν για να διασφαλίσουν τη σταθερότητα μιας περιοχής από την οποία εξακολουθεί να διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Η προσωρινή αποκλιμάκωση της κρίσης και η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ απέδειξαν πόσο εύθραυστη παραμένει η παγκόσμια οικονομία απέναντι σε μία περιφερειακή σύγκρουση. Οι αγορές πετρελαίου σταθεροποιήθηκαν, οι ναύλοι άρχισαν να επαναπροσδιορίζονται και οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντέδρασαν θετικά. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση δεν είναι η επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση. Είναι η δημιουργία ενός διαφορετικού πλαισίου που θα μειώνει την πιθανότητα μιας νέας κρίσης.

Διαφήμιση

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η άποψη ότι η οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών του Κόλπου και του Ιράν μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικότερο παράγοντα σταθερότητας από οποιαδήποτε νέα στρατιωτική συμφωνία.

Η ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ξεκίνησε από κοινές αμυντικές δομές αλλά από την οικονομική συνεργασία στον άνθρακα και τον χάλυβα. Η αλληλεξάρτηση δημιούργησε κοινά συμφέροντα και αύξησε το κόστος οποιασδήποτε μελλοντικής σύγκρουσης. Το ίδιο μοντέλο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της Μέσης Ανατολής, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας.

Οι μοναρχίες του Κόλπου έχουν πλέον διαφορετικές προτεραιότητες από εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια στη διαφοροποίηση των οικονομιών τους, στην τεχνολογία, στις υποδομές, στον τουρισμό και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η διατήρηση ενός μόνιμου περιβάλλοντος γεωπολιτικής έντασης λειτουργεί πλέον ως ανασταλτικός παράγοντας για αυτές τις στρατηγικές.

Από την άλλη πλευρά, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς της περιοχής, σημαντικούς ενεργειακούς πόρους, εκτεταμένη βιομηχανική βάση και κρίσιμη γεωγραφική θέση που συνδέει την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή. Η σταδιακή επανένταξή του στις διεθνείς οικονομικές ροές θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες εμπορικές ευκαιρίες για ολόκληρη την περιοχή.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι βαθιές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές εξαφανίζονται. Ούτε ότι οι ανησυχίες για το πυρηνικό πρόγραμμα ή την περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης παύουν να υπάρχουν. Σημαίνει όμως ότι η οικονομία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης εκεί όπου η στρατιωτική αποτροπή αποδείχθηκε ανεπαρκής.

Το μεγαλύτερο διακύβευμα αφορά πλέον το εμπόριο και τη ναυτιλία.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ίσως το σημαντικότερο ενεργειακό σημείο διέλευσης στον κόσμο. Κάθε κρίση αυξάνει τα ασφάλιστρα κινδύνου, μεταβάλλει τις θαλάσσιες διαδρομές, προκαλεί αναστάτωση στις αγορές ενέργειας και επιβαρύνει το κόστος μεταφοράς διεθνώς. Για τις ναυτιλιακές εταιρείες, αλλά και για τις οικονομίες που εξαρτώνται από την εισαγόμενη ενέργεια, η ασφάλεια της συγκεκριμένης θαλάσσιας αρτηρίας αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα.

Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας αποκλιμάκωσης, δεκάδες δεξαμενόπλοια άρχισαν να επιστρέφουν σταδιακά προς τον Κόλπο, ενώ οι μεγάλοι ναυτιλιακοί όμιλοι εμφανίζονται προσεκτικά αισιόδοξοι για την ομαλοποίηση της κυκλοφορίας. Η ναυτιλία γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε ότι η γεωπολιτική σταθερότητα μεταφράζεται άμεσα σε χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.

Παράλληλα, οι ίδιες οι χώρες του Κόλπου αντιλαμβάνονται ότι η μακροχρόνια οικονομική τους ανάπτυξη εξαρτάται πλέον περισσότερο από τις επενδύσεις, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και την τεχνολογία παρά αποκλειστικά από τις εξαγωγές πετρελαίου. Κανένα διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο δεν επιθυμεί να δραστηριοποιείται σε μια περιοχή που μπορεί να οδηγηθεί σε πολεμική κρίση μέσα σε λίγες ώρες.

Αυτό δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο κινήτρων. Η οικονομική συνεργασία παύει να αποτελεί απλώς εργαλείο ανάπτυξης και μετατρέπεται σε εργαλείο συλλογικής ασφάλειας.

Βεβαίως, η μετάβαση δεν θα είναι εύκολη. Οι κυρώσεις, οι πολιτικές δυσπιστίες, οι περιφερειακές αντιπαλότητες και οι διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες ουσιαστικής οικονομικής ολοκλήρωσης. Επιπλέον, η συμμετοχή των μεγάλων δυνάμεων –ΗΠΑ, Κίνας και Ευρωπαϊκής Ένωσης– θα συνεχίσει να επηρεάζει τις εξελίξεις.

Ωστόσο, το βασικό συμπέρασμα παραμένει σαφές. Η ασφάλεια στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στην ισορροπία στρατιωτικής ισχύος. Απαιτεί και μια νέα ισορροπία οικονομικών συμφερόντων, όπου το κόστος μιας σύγκρουσης θα είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε πιθανό πολιτικό ή στρατηγικό όφελος.

Η περιοχή βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Μπορεί να επιστρέψει στον φαύλο κύκλο των συγκρούσεων ή να επιχειρήσει να οικοδομήσει μια νέα αρχιτεκτονική συνεργασίας, βασισμένη στην οικονομία, στις επενδύσεις και στις κοινές υποδομές.

Η δεύτερη επιλογή δεν εγγυάται την ειρήνη. Αυξάνει όμως σημαντικά τις πιθανότητες να τη διατηρήσει.

SBC Σχολιο

Η γεωπολιτική σταθερότητα δεν διασφαλίζεται πλέον μόνο με στρατιωτικές ισορροπίες αλλά και με οικονομική αλληλεξάρτηση. Η επόμενη δεκαετία θα δείξει αν η Μέση Ανατολή θα επιλέξει το μοντέλο της περιφερειακής συνεργασίας ή θα επιστρέψει στον κύκλο των διαδοχικών κρίσεων. Για τις αγορές, τη ναυτιλία και την παγκόσμια οικονομία, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει καθοριστική σημασία.

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.