Η εκεχειρία που σταματά τον πόλεμο αλλά όχι την αβεβαιότητα
Η ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή προκάλεσε άμεση ανακούφιση στις διεθνείς αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν, τα χρηματιστήρια αντέδρασαν θετικά και οι ναυλαγορές άρχισαν να προεξοφλούν το σταδιακό άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ.
Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς και τις δηλώσεις περί «ιστορικής συμφωνίας», παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας και το πραγματικό αποτέλεσμα ενός πολέμου που διήρκεσε περισσότερο από τρεις μήνες και επηρέασε την παγκόσμια οικονομία.
Το πρώτο ερώτημα αφορά τη φύση της ίδιας της συμφωνίας. Πρόκειται για οριστικό τερματισμό της σύγκρουσης ή για μια προσωρινή εκεχειρία 60 ημερών που απλώς μεταθέτει τις δύσκολες αποφάσεις στο μέλλον; Οι δημόσιες δηλώσεις της Ουάσιγκτον, της Τεχεράνης και του Πακιστάν αφήνουν περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών. Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά για «τέλος του πολέμου», το Ιράν επιμένει ότι οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις μόλις ξεκινούν.
Το δεύτερο και σημαντικότερο ερώτημα αφορά τον βασικό στόχο της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν καταργήθηκε ούτε τέθηκε υπό νέο διεθνή έλεγχο. Αντίθετα, μεταφέρεται σε νέο κύκλο διαπραγματεύσεων, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί μέσα στους επόμενους δύο μήνες.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογες απορίες για το κατά πόσο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους. Η Ουάσιγκτον μπορεί να επικαλείται την εξόντωση ανώτερων στελεχών του ιρανικού καθεστώτος, τις ζημιές σε στρατιωτικές υποδομές και την αποδυνάμωση της αεράμυνας της χώρας, ωστόσο το κεντρικό ζήτημα που αποτέλεσε την αφορμή του πολέμου παραμένει ανοικτό.
Από την πλευρά του Ισραήλ, η συμφωνία αντιμετωπίζεται με εμφανή επιφύλαξη. Η κυβέρνηση Νετανιάχου θεωρούσε ότι η στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε βαθύτερη αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος ή ακόμη και σε πολιτική αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό της χώρας. Αντί αυτού, η σύγκρουση παγώνει χωρίς να έχουν επιτευχθεί οι πιο φιλόδοξοι στόχοι που είχαν τεθεί στην αρχή των επιχειρήσεων.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η συμφωνία αποτελεί ταυτόχρονα πολιτική επιτυχία και πιθανή πολιτική παγίδα. Από τη μία πλευρά μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον ηγέτη που σταμάτησε έναν δαπανηρό και αντιδημοφιλή πόλεμο. Από την άλλη, θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ερώτημα γιατί δεν επέμεινε μέχρι την πλήρη επίλυση του πυρηνικού ζητήματος, ειδικά εάν το Ιράν επανέλθει σύντομα στο επίκεντρο της διεθνούς κρίσης.
Η οικονομία είναι ίσως ο μεγαλύτερος κερδισμένος της συμφωνίας. Η προοπτική επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ μειώνει σημαντικά τον γεωπολιτικό κίνδυνο στις ενεργειακές αγορές. Περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου διέρχεται από το συγκεκριμένο πέρασμα και η επιστροφή στην κανονικότητα μπορεί να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται διεθνώς.
Παράλληλα, η ναυτιλιακή βιομηχανία αναμένει σταδιακή αποκατάσταση των εμπορικών ροών, αν και οι μεγάλοι πλοιοκτήτες παραμένουν επιφυλακτικοί μέχρι να διαπιστωθεί ότι η συμφωνία εφαρμόζεται στην πράξη και δεν θα υπάρξουν νέες στρατιωτικές εντάσεις στην περιοχή.
Η πραγματικότητα είναι ότι η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δεν λύνει τα προβλήματα της Μέσης Ανατολής. Δημιουργεί όμως ένα παράθυρο αποκλιμάκωσης σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία είχε αρχίσει να πληρώνει ακριβά το κόστος της σύγκρουσης.
Το αν πρόκειται για το τέλος του πολέμου ή απλώς για το τέλος της πρώτης φάσης του, θα φανεί τους επόμενους μήνες.
SBC Σχολιο
Οι αγορές πανηγυρίζουν την αποκλιμάκωση. Οι κυβερνήσεις ανακουφίζονται από την πτώση των τιμών του πετρελαίου. Όμως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι ισορροπίες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή και οι σχέσεις Ουάσιγκτον – Τεχεράνης παραμένουν ανοικτά ζητήματα. Η συμφωνία ίσως σταματά τον πόλεμο, αλλά δεν εξαλείφει τις αιτίες που τον προκάλεσαν.







