Η φέτα έχει εξελιχθεί σε εξαγωγικό κλάδο σχεδόν 1 δισ. ευρώ, αλλά η πρώτη ύλη συρρικνώνεται. Ζωονόσοι και δημογραφικό απειλούν την καρδιά της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας.
Η φέτα δεν είναι πλέον απλώς ένα εμβληματικό ελληνικό προϊόν, αλλά ένας πλήρης αγροδιατροφικός κλάδος με τζίρο που προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ και σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό. Η παραγωγή έχει εκτιναχθεί τα τελευταία χρόνια κοντά στους 140.000 τόνους ετησίως, με περισσότερους από 105.000 τόνους να κατευθύνονται σε αγορές του εξωτερικού. Πίσω όμως από αυτή την επιτυχία, η ελληνική αιγοπροβατοτροφία πιέζεται από δύο δομικούς κινδύνους: τη μείωση της παραγωγής γάλακτος λόγω ζωονόσων και τη σταδιακή αποχώρηση των νέων από την κτηνοτροφία.
Ένας κλάδος που αναπτύσσεται με λιγότερη πρώτη ύλη
Οι βιομηχανίες γαλακτοκομικών και οι οργανώσεις παραγωγών περιγράφουν ένα παράδοξο: οι πωλήσεις φέτας αυξάνονται με ρυθμό περίπου 4,5% ετησίως, ενώ η διαθέσιμη ποσότητα αιγοπρόβειου γάλακτος υποχωρεί. Η Ελλάδα παράγει περί τους 750.000 τόνους αιγοπρόβειου γάλακτος τον χρόνο, όμως μόνο για το 2026 οι απώλειες από πανώλη, ευλογιά αιγοπροβάτων και αφθώδη πυρετό εκτιμάται ότι θα φτάσουν τους 60.000–70.000 τόνους, σχεδόν το 10% της παραγωγής. Η Λέσβος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, με περίπου 70.000 πρόβατα να θανατώνονται, πλήττοντας καίρια την τοπική κτηνοτροφική βάση.
Την ίδια στιγμή, ο κλάδος αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα. Η διαδοχή στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις δεν είναι πλέον δεδομένη, καθώς οι νεότερες γενιές εγκαταλείπουν την αιγοπροβατοτροφία, περιορίζοντας τις δυνατότητες ανανέωσης του ζωικού κεφαλαίου και επενδύσεων σε σύγχρονες μονάδες. Παρά ταύτα, περίπου το 70% της αξίας που δημιουργείται από τη φέτα επιστρέφει στην πρωτογενή παραγωγή, στηρίζοντας σχεδόν 55.000 οικογένειες στην περιφέρεια, γεγονός που καθιστά τον κλάδο κρίσιμο για την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου.
Κίνδυνος για εξαγωγές και προστιθέμενη αξία
Η απόκλιση μεταξύ αυξανόμενης ζήτησης και μειούμενης προσφοράς γάλακτος δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο απώλειας εξαγωγικών συμβολαίων και μεριδίων αγοράς. Η Γερμανία παραμένει η σημαντικότερη αγορά, αλλά ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται, τόσο από άλλα τυριά ΠΟΠ υψηλής αξίας όσο και από λευκά τυριά που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την αναγνωρισιμότητα της φέτας. Η στρατηγική τοποθέτησης της φέτας ως premium προϊόντος, αντί για φθηνό λευκό τυρί μαζικής κατανάλωσης, απαιτεί σταθερή τροφοδοσία με ποιοτική πρώτη ύλη και αυστηρή προστασία της ονομασίας στις διεθνείς συμφωνίες.
Σχόλιο
: Η φέτα αποτελεί ίσως το πιο επιτυχημένο ελληνικό παράδειγμα σύνδεσης πρωτογενούς παραγωγής με εξαγωγική βιομηχανία τροφίμων. Η σημερινή πίεση στην παραγωγή γάλακτος δεν είναι μόνο αγροτικό ζήτημα, αλλά θέμα βιομηχανικής πολιτικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Χωρίς συντονισμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση των ζωονόσων, την ενίσχυση των κτηνοτρόφων και την προσέλκυση νέων στο επάγγελμα, ο κλάδος κινδυνεύει να χάσει συγκριτικό πλεονέκτημα σε μια περίοδο που η Ευρώπη αναζητά ασφαλείς, ποιοτικές και πιστοποιημένες διατροφικές αλυσίδες.






