Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ δείχνει ότι, παρά τη μείωση της εισοδηματικής ανισότητας και της ανεργίας, σχεδόν 7 στα 10 νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Η αντίθεση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και την καθημερινή εμπειρία αναδεικνύει τα δομικά κενά σε εργασία, υγεία, εκπαίδευση, φροντίδα και στέγη.
Τα Βασικά:
• Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταγράφει μείωση της εισοδηματικής ανισότητας αλλά επίμονη οικονομική δυσχέρεια στα νοικοκυριά
• Εμπλέκονται ΙΟΒΕ, ερευνητές και οικονομικοί φορείς σε δημόσια συζήτηση για τις ανισότητες
• Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, με ισχυρές πιέσεις από εργασία, υγεία, εκπαίδευση και στέγη
Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» αποτυπώνει μια οικονομία που βελτιώνεται στους δείκτες, αλλά αφήνει μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε καθεστώς ανασφάλειας. Παρά τη μείωση του δείκτη Gini και της ανεργίας, η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών και αίσθηση περιορισμένων ευκαιριών.
Πώς εξηγείται η αντίθεση ανάμεσα στους δείκτες και την καθημερινότητα;
Ο δείκτης Gini μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025 και η ανεργία από 24,9% σε 8,8%, ωστόσο περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η ανισότητα δεν αποτυπώνεται μόνο στο εισόδημα, αλλά και στην ποιότητα εργασίας, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες και στις προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας.
Η αγορά εργασίας υπήρξε βασικός μοχλός βελτίωσης, αλλά παραμένουν δομικές στρεβλώσεις: υψηλή αυτοαπασχόληση με μεγάλη ανισότητα εισοδήματος, χαμηλή συμμετοχή γυναικών και ΑΜΕΑ, επίμονη μακροχρόνια ανεργία και περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις. Οι νέοι 16-24 ετών, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι πολύτεκνες οικογένειες παραμένουν οι πιο εκτεθειμένες ομάδες σε κίνδυνο φτώχειας.
Ποιο είναι το κοινωνικό και θεσμικό υπόβαθρο των ανισοτήτων;
Στην εκπαίδευση, το ποσοστό ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%, αλλά η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των χωρών με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα. Μόλις 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα σπουδών, ενώ η εκτεταμένη παραπαιδεία και οι καθυστερήσεις ολοκλήρωσης σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του σχολείου και του πανεπιστημίου.
Στην υγεία, η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει μεγάλο βάρος στα νοικοκυριά, με 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο να δηλώνουν ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο. Η μακροχρόνια φροντίδα παραμένει ένας από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας, με δημόσιες δαπάνες μόλις 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ, και με την οικογένεια να σηκώνει το κύριο βάρος.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η έντονη πίεση από το κόστος στέγης μετά το 2018, σε συνδυασμό με τις ανισότητες σε εργασία, υγεία και εκπαίδευση, περιορίζει την αγοραστική δύναμη και τη δυνατότητα αποταμίευσης των νοικοκυριών. Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών και η υψηλή παραοικονομία, παρά τη μείωση του κενού συμμόρφωσης ΦΠΑ από 24% σε 11%, υπονομεύουν τη φορολογική βάση και την ποιότητα ανάπτυξης.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, τα ευρήματα σημαίνουν ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αίσθηση ασφάλειας στο πορτοφόλι. Για τις επιχειρήσεις, η εικόνα μιας κοινωνίας με περιορισμένη κινητικότητα και υψηλές ανισότητες σε υγεία και εκπαίδευση προμηνύει προκλήσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, ζήτηση και φορολογική σταθερότητα, καθιστώντας κρίσιμη την εστίαση σε επενδύσεις ποιότητας εργασίας και κοινωνικών υποδομών.
#ΙΟΒΕ #ανισότητες #φτώχεια #αγοράεργασίας #ελληνικήοικονομία






