Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει σε νέο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων έχει επαναφέρει στο προσκήνιο μια παλιά αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη συζήτηση: μπορεί η νομισματική πολιτική να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά έναν πληθωρισμό που δεν προέρχεται από υπερβολική ζήτηση αλλά από γεωπολιτικές κρίσεις και ενεργειακά σοκ;
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, καθώς η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, τη συνεχιζόμενη κρίση στα Στενά του Ορμούζ και την εκ νέου άνοδο των τιμών της ενέργειας.
Οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν ένα βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού: το επιτόκιο. Όταν αυξάνεται το κόστος του χρήματος, μειώνεται η κατανάλωση, περιορίζεται ο δανεισμός και τελικά επιβραδύνεται η οικονομική δραστηριότητα. Η συνταγή αυτή λειτουργεί αποτελεσματικά όταν η οικονομία υπερθερμαίνεται λόγω υπερβολικής ζήτησης.
Σήμερα όμως το πρόβλημα είναι διαφορετικό.
Οι υψηλές τιμές δεν προέρχονται από υπερκατανάλωση ή υπερβολική πιστωτική επέκταση. Προέρχονται από την ακριβότερη ενέργεια, τις αυξημένες τιμές μεταφορών, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις που επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής.
Η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να μειώσει την τιμή του πετρελαίου. Δεν μπορεί να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ. Δεν μπορεί να αυξήσει την παραγωγή φυσικού αερίου ούτε να μειώσει το κόστος των πρώτων υλών.
Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να περιορίσει τη ζήτηση.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το βασικό δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά
Οι πρώτοι που επηρεάζονται από τα υψηλότερα επιτόκια είναι οι επιχειρήσεις που χρειάζονται χρηματοδότηση για επενδύσεις, ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας.
Οι μεγάλες πολυεθνικές διαθέτουν πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα και πολλαπλές πηγές χρηματοδότησης.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις όμως, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον τραπεζικό δανεισμό.
Όσο αυξάνονται τα επιτόκια, τόσο αυξάνεται το κόστος λειτουργίας και περιορίζονται τα περιθώρια νέων επενδύσεων.
Παράλληλα, εκατομμύρια νοικοκυριά με στεγαστικά ή επιχειρηματικά δάνεια βλέπουν τις μηνιαίες δόσεις να αυξάνονται, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα και περιορίζοντας την κατανάλωση.
Η ευρωπαϊκή αδυναμία
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν βρίσκεται όμως στην ίδια την αύξηση των επιτοκίων.
Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα προσφοράς με εργαλεία που σχεδιάστηκαν κυρίως για κρίσεις ζήτησης.
Η ενεργειακή εξάρτηση, η περιορισμένη παραγωγή στρατηγικών πρώτων υλών, η έλλειψη επαρκών αποθεμάτων και η αδυναμία ταχείας ενεργειακής μετάβασης καθιστούν την ευρωπαϊκή οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ.
Η κρίση του 2022 απέδειξε ότι ο πληθωρισμός υποχώρησε κυρίως όταν σταθεροποιήθηκαν οι αγορές ενέργειας και όχι αποκλειστικά λόγω των αυξήσεων επιτοκίων.
Σήμερα, με το ενδεχόμενο νέας ενεργειακής κρίσης λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, το ίδιο ερώτημα επανέρχεται ακόμη πιο έντονα.
Τι χρειάζεται η Ευρώπη
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τα επιτόκια αλλά τη συνολική στρατηγική της Ευρώπης.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες επενδύσεις στην ενεργειακή αυτονομία, στην αποθήκευση ενέργειας, στις κρίσιμες πρώτες ύλες και στις υποδομές που θα μειώσουν την εξάρτηση από γεωπολιτικά ευάλωτες περιοχές.
Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, κάθε νέα κρίση θα οδηγεί σε νέο κύκλο πληθωρισμού και σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, η Ευρώπη κινδυνεύει να αντιμετωπίζει συνεχώς τα συμπτώματα χωρίς να θεραπεύει τα βαθύτερα αίτια.
SBC Analysis
Η νέα συζήτηση γύρω από τα επιτόκια αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Deutsche Bank προβλέπει παγκόσμιο πληθωρισμό 3,8% για το 2026 και προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη κρίση στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να εκτοξεύσει το πετρέλαιο ακόμη και στα 150 δολάρια το βαρέλι. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι αυξήσεις επιτοκίων δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν από μόνες τους αποτελεσματική απάντηση. Το πραγματικό στοίχημα για την Ευρώπη δεν είναι η διαχείριση της ζήτησης αλλά η ενίσχυση της παραγωγικής, ενεργειακής και στρατηγικής της ανθεκτικότητας.







