Τριπλή θεσμική παρέμβαση, σε περιβάλλον-στέγη, έλεγχο συνταγματικότητας και κράτος δικαίου, περιλαμβάνει η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Η κυβερνητική πλειοψηφία τη συνδέει με έναν «οδικό χάρτη» έως το 2030, με άμεσες συνέπειες για ιδιοκτήτες, επενδυτές και τη Δικαιοσύνη.
Η Νέα Δημοκρατία ανοίγει επισήμως το κεφάλαιο της επόμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης, παρουσιάζοντας ένα πακέτο αλλαγών που στοχεύει ταυτόχρονα σε περιουσία και στέγη, στον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων και στη λειτουργία του κράτους δικαίου. Η κυβερνητική αφήγηση συνδέει τις παρεμβάσεις με έναν «οδικό χάρτη» για την Ελλάδα του 2030, επιχειρώντας να απαντήσει σε παθογένειες δεκαετιών.
Πώς αλλάζουν ιδιοκτησία, στέγη και περιβάλλον
Στο πεδίο της ιδιοκτησίας, η ΝΔ επιδιώκει να μεταφέρει στο ίδιο το Σύνταγμα ρητή προστασία της περιουσίας, που σήμερα αντλείται κυρίως από διεθνή κείμενα. Η κίνηση αυτή ενισχύει τη νομική θωράκιση ιδιοκτητών και επενδύσεων, αλλά ταυτόχρονα θέτει το ερώτημα πώς θα ισορροπήσει με το δημόσιο συμφέρον σε απαλλοτριώσεις και χωροταξικές παρεμβάσεις.
Κεντρική θέση έχει η συνταγματική κατοχύρωση της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, εργαλείου που ήδη συνδέεται με την Ψηφιακή Τράπεζα Γης. Η αναβάθμισή του σε συνταγματικό επίπεδο μπορεί να επιταχύνει την αξιοποίηση ιδιωτικής περιουσίας και τη διάσωση διατηρητέων, αλλά και να κλειδώσει για χρόνια το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται σε αυξημένη δόμηση σε συγκεκριμένες ζώνες.
Στο μέτωπο της στέγης, η πρόταση εισάγει τη φιλοσοφία αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς, σε ευθεία αναφορά με το πρόγραμμα «Κοινωνική Αντιπαροχή». Η συνταγματική αναφορά σε προσιτή στέγη δημιουργεί θεσμική υποχρέωση για πολιτικές κατοικίας, αλλά μένει να φανεί αν θα συνοδευτεί από επαρκείς πόρους και σαφή κριτήρια επιλογής δικαιούχων.
Παράλληλα, το άρθρο 24 ενισχύεται με την αρχή του «περιβαλλοντικού ισοζυγίου», επιβάλλοντας αντισταθμιστικές δράσεις, όπως δενδροφυτεύσεις, για έργα με αρνητικό αποτύπωμα. Η συνταγματική προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η ειδική αναφορά στην προστασία των ζώων σηματοδοτούν μια πιο «πράσινη» ανάγνωση του Συντάγματος, με άμεσες επιπτώσεις σε αδειοδοτήσεις έργων και ενεργειακό σχεδιασμό.
Νέος προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας
Η ΝΔ προτείνει έναν θεσμικό μηχανισμό προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας, πριν τη δημοσίευση των νόμων. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός ή η απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών θα μπορούν να ζητούν κρίση από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, της οποίας η απόφαση θα δεσμεύει τα δικαστήρια στο μέλλον.
Η ρύθμιση υπόσχεται ταχύτερη αποσαφήνιση του τι είναι συνταγματικό, περιορίζοντας την πολυετή αβεβαιότητα που σήμερα συνοδεύει κρίσιμους νόμους. Ωστόσο, συγκεντρώνει σημαντική ισχύ σε λίγα πολιτειακά κέντρα, καθιστώντας κρίσιμη τη θεσμική κουλτούρα με την οποία θα ασκηθεί αυτό το δικαίωμα παραπομπής.
Κράτος δικαίου, Δικαιοσύνη και ευθύνη υπουργών
Στον πυρήνα των παρεμβάσεων για το κράτος δικαίου βρίσκεται η αποσύνδεση της εκτελεστικής εξουσίας από την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Η ΝΔ εισηγείται η επιλογή να γίνεται από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, ανάμεσα σε τρεις ανώτατους δικαστικούς που θα έχει προτείνει η Ολομέλεια κάθε δικαστηρίου. Έτσι, το Υπουργικό Συμβούλιο αποσύρεται από έναν ρόλο που επί χρόνια προκαλούσε συζητήσεις για πολιτικές επιρροές.
Ακόμη πιο βαρύνουσα είναι η αλλαγή στο άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών. Η Βουλή παύει να έχει ανακριτικές αρμοδιότητες και η προανακριτική διαδικασία μεταφέρεται σε εισαγγελέα Εφετών, με την πρόταση δίωξης να ανήκει σε ανώτατο δικαστικό όργανο. Οι υποθέσεις θα φτάνουν στο Κοινοβούλιο σε πιο ώριμο στάδιο, με στόχο να περιοριστεί η εντύπωση ότι οι πολιτικοί κρίνουν τους εαυτούς τους.
Σχόλιο
: Για τον πολίτη, οι προτάσεις αυτές σημαίνουν ότι ζητήματα όπως η ασφάλεια της περιουσίας, η πρόσβαση σε προσιτή στέγη και η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης μεταφέρονται στο σκληρό πυρήνα του Συντάγματος. Αν υλοποιηθούν, θα δυσκολέψουν την εκάστοτε κυβέρνηση να αλλάζει πορεία χωρίς ευρεία συναίνεση, αλλά και θα ενισχύσουν τον ρόλο των δικαστικών θεσμών σε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις. Η ουσία θα κριθεί από το πώς θα εξειδικευτούν οι ρυθμίσεις σε εφαρμοστικούς νόμους και από το αν η αντιπολίτευση θα συναινέσει, ώστε η αναθεώρηση να αποκτήσει διακομματική νομιμοποίηση και αντοχή στον χρόνο.





