Το Warsaw Enterprise Institute υπολογίζει ότι το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών επιβαρύνει ήδη την ευρωπαϊκή οικονομία με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η μελέτη προειδοποιεί για ακόμη υψηλότερο κόστος με την πλήρη εφαρμογή του ETS 2, με ιδιαίτερα έντονο αποτύπωμα σε Ελλάδα και Κεντρική-Ανατολική Ευρώπη.
Η νέα μελέτη του Warsaw Enterprise Institute επαναφέρει στο προσκήνιο το πραγματικό τίμημα της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα, με επίκεντρο το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών. Τα ευρήματα δείχνουν ότι το σημερινό μοντέλο ενεργειακής μετάβασης μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερα βάρη σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, χωρίς να διασφαλίζεται η βέλτιστη επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Πόσο κοστίζει σήμερα το ETS και ποιο είναι το ρίσκο για το 2030;
Σύμφωνα με τη μελέτη, το άμεσο κόστος του ETS για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις το 2023 έφτασε περίπου τα 46 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων αερομεταφορών και ναυτιλίας. Όταν υπολογιστεί η συνολική επίδραση στην οικονομία, η αρνητική επίπτωση εκτιμάται έως 55,15 δισ. ευρώ ετησίως, δηλαδή απώλεια έως 123 ευρώ κατά κεφαλήν για τους Ευρωπαίους πολίτες.
Το WEI προειδοποιεί ότι η πραγματική επιβάρυνση βρίσκεται μπροστά, με την πλήρη εφαρμογή του ETS 2 και την κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων έως το 2034. Σε αυτό το σενάριο, το συνολικό ετήσιο κόστος θα μπορούσε να φτάσει τα 140 δισ. ευρώ, με τους συντάκτες να χαρακτηρίζουν την εκτίμηση «συντηρητική», καθώς βασίζεται σε τιμή 70 ευρώ ανά τόνο CO₂.
Ποιοι κλάδοι και ποιες χώρες σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος;
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι το κόστος του ETS δεν περιορίζεται στην αγορά δικαιωμάτων, αλλά περιλαμβάνει διοικητικό βάρος συμμόρφωσης, παρακολούθηση και επαλήθευση εκπομπών, καθώς και αυξημένο λειτουργικό κόστος για βιομηχανία, ηλεκτροπαραγωγή και θέρμανση. Από τα 140 δισ. ευρώ του σεναρίου πλήρους εφαρμογής, πάνω από 52 δισ. ευρώ αποδίδονται μόνο στις οδικές μεταφορές, προμηνύοντας σημαντική επιβάρυνση στα καύσιμα.
Ιδιαίτερα άνιση εμφανίζεται η κατανομή του κόστους μεταξύ των κρατών-μελών, με τις πλουσιότερες δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες να εμφανίζουν χαμηλότερη επιβάρυνση ανά κάτοικο. Για χώρες όπως η Ελλάδα, η Πολωνία, η Τσεχία και η Βουλγαρία, το κόστος είναι πολλαπλάσιο, ενώ για την Ελλάδα η επιβάρυνση εκτιμάται σε 191 έως 264 ευρώ ανά κάτοικο, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η εκτίμηση ότι πάνω από 52 δισ. ευρώ του μελλοντικού κόστους συνδέονται με τις οδικές μεταφορές μεταφράζεται σε ισχυρή ανοδική πίεση στις τιμές καυσίμων, ιδίως σε χώρες με υψηλή εξάρτηση από το αυτοκίνητο. Για την Ελλάδα, η επιβάρυνση 191–264 ευρώ ανά κάτοικο σημαίνει ότι το κόστος άνθρακα ενσωματώνεται ήδη στους λογαριασμούς ρεύματος, στη θέρμανση και στις μεταφορές, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η ανάλυση του WEI ότι η εκτίναξη της τιμής CO₂ από περίπου 20 ευρώ το 2020 σε σχεδόν 100 ευρώ το 2022 έχει χαρακτηριστικά «φούσκας» δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και καταναλωτές, που δυσκολεύονται να προγραμματίσουν επενδύσεις και δαπάνες ενέργειας. Εάν οι τιμές κινηθούν προς τα 150–200 ευρώ ανά τόνο, όπως προβλέπουν ορισμένοι αναλυτές, το κόστος για ρεύμα, καύσιμα και θέρμανση θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά, ιδίως σε οικονομίες με χαμηλότερα εισοδήματα.
Σχόλιο
: Το WEI περιγράφει ένα ETS που λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός αφαίρεσης κεφαλαίων από την παραγωγική οικονομία παρά ως μοχλός επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες, προτείνοντας στροφή σε φορολογικά κίνητρα και ταμεία ταχείας καινοτομίας. Για την Ελλάδα, όπου η κατά κεφαλήν επιβάρυνση συγκαταλέγεται στις υψηλότερες της ΕΕ, η συζήτηση για το μείγμα πολιτικής δεν είναι θεωρητική: αφορά άμεσα την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, την πορεία των επενδύσεων στην ενέργεια και το τελικό ύψος των λογαριασμών ρεύματος και καυσίμων για τον πολίτη.
#ETS #ΕυρωπαϊκήΈνωση #Ελλάδα #WarsawEnterpriseInstitute #Ενέργεια






