Ο πόλεμος, ο πληθωρισμός και το χρέος δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για την παγκόσμια οικονομία
Οι διεθνείς αγορές συνεχίζουν να εκπλήσσουν ακόμη και τους πιο έμπειρους αναλυτές. Παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή που διανύει πλέον τον τέταρτο μήνα του, παρά τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, παρά την επιβράδυνση της ανάπτυξης στις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη και παρά τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, οι χρηματιστηριακοί δείκτες παραμένουν κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Για πολλούς επενδυτές η εικόνα μοιάζει αντιφατική. Πώς είναι δυνατόν η πραγματική οικονομία να αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις ενώ οι αγορές συνεχίζουν να ανεβαίνουν;
Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων που μέχρι σήμερα λειτουργούν ως δίχτυ ασφαλείας για την παγκόσμια οικονομία. Όμως τα περιθώρια στενεύουν.
Η κατανάλωση παραμένει ισχυρή. Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να δαπανούν μεγάλα ποσά για άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική πολιτική. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν, κυρίως στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Και οι καταναλωτές, παρά τις αυξήσεις τιμών, εξακολουθούν να ξοδεύουν.
Το πρόβλημα είναι ότι ολοένα και μεγαλύτερο μέρος αυτής της δραστηριότητας στηρίζεται σε δανεισμό.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ιστορικό επίπεδο. Στην Ευρώπη πολλές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να ισορροπήσουν μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και κοινωνικών πιέσεων. Τα νοικοκυριά βλέπουν τις αποταμιεύσεις που δημιούργησαν μετά την πανδημία να εξαντλούνται, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω της ενεργειακής κρίσης.
Η σύγκρουση με το Ιράν έχει περιορίσει τις διεθνείς ενεργειακές ροές, οδηγώντας τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα. Παρότι οι αγορές έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, οι πληθωριστικές επιπτώσεις αρχίζουν πλέον να εμφανίζονται στους δείκτες τιμών παγκοσμίως.
Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Αν μειώσουν τα επιτόκια κινδυνεύουν να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό. Αν τα διατηρήσουν υψηλά, αυξάνουν τον κίνδυνο ύφεσης.
Η αγορά ομολόγων έχει ήδη αρχίσει να στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα. Οι επενδυτές ζητούν πλέον υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν κυβερνήσεις και επιχειρήσεις. Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται σταθερά, περιορίζοντας τα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων.
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη συνεχίζει να λειτουργεί ως βασικός κινητήρας αισιοδοξίας. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε data centers, ημιαγωγούς και υποδομές AI. Αυτή η επενδυτική έκρηξη έχει στηρίξει σημαντικά τις αγορές μετοχών και έχει δημιουργήσει την αίσθηση ότι η παραγωγικότητα θα αυξηθεί αρκετά ώστε να αντισταθμίσει τις υπόλοιπες οικονομικές αδυναμίες.
Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι οι αγορές μπορούν να αγνοούν τα προβλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά όχι για πάντα.
Το πιο κρίσιμο σημείο σήμερα παραμένει η Μέση Ανατολή. Εάν η κρίση στα Στενά του Ορμούζ παραταθεί ή κλιμακωθεί, η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό σοκ αντίστοιχο με εκείνα της δεκαετίας του 1970.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο κύμα πληθωρισμού, να πλήξει την κατανάλωση και να επιβραδύνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη.
Οι αγορές σήμερα συμπεριφέρονται σαν να θεωρούν ότι όλα θα εξελιχθούν ομαλά. Ότι θα υπάρξει ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αυξήσει την παραγωγικότητα. Ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πετύχουν μια ήπια προσγείωση της οικονομίας.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο εύθραυστη.
SBC Global Markets View
Η μεγαλύτερη απειλή για τις αγορές δεν είναι ο σημερινός πληθωρισμός ούτε οι σημερινές τιμές του πετρελαίου. Είναι η ψευδαίσθηση ότι η παγκόσμια οικονομία διαθέτει απεριόριστη αντοχή.
Οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά συνεχίζουν να λειτουργούν χάρη στη δύναμη του δανεισμού και των προσδοκιών. Όταν ένα από τα δύο αρχίσει να εξαντλείται, οι αγορές θα αναγκαστούν να επαναξιολογήσουν το πραγματικό επίπεδο κινδύνου.
SBC RED LINE
Οι αγορές δεν ανεβαίνουν επειδή τα προβλήματα λύθηκαν. Ανεβαίνουν επειδή οι επενδυτές πιστεύουν ότι θα λυθούν. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές παραδοχές είναι συχνά η αρχή μιας μεγάλης διόρθωσης.







