Συμπληρώνοντας 100 ημέρες σύγκρουσης, ο πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ιράν και Ισραήλ εισέρχεται σε μια κρίσιμη καμπή, όχι μόνο στο πεδίο των επιχειρήσεων αλλά κυρίως στο πολιτικό επίπεδο, όπου αρχίζουν να εμφανίζονται σοβαρές ρωγμές στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η στρατιωτική στρατηγική δεν έχει οδηγήσει σε καθαρό αποτέλεσμα, ενώ η διπλωματία παραμένει στάσιμη, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας.
Το βασικό δεδομένο είναι ότι ο πόλεμος δεν έχει πλέον ξεκάθαρη κατεύθυνση.
Οι αρχικοί στόχοι της Ουάσιγκτον – περιορισμός του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και στρατηγική αποδυνάμωση της Τεχεράνης – δεν έχουν μεταφραστεί σε σαφή αποτελέσματα. Την ίδια στιγμή, η ανάγκη για συμφωνία παραμένει, παρά τις δηλώσεις της αμερικανικής πλευράς ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν επιτύχει τους στόχους τους.
Αυτό δημιουργεί μια εμφανή αντίφαση.
Αν οι στόχοι έχουν επιτευχθεί, γιατί συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις;
Και αν δεν έχουν, ποια είναι η στρατηγική εξόδου;
Η απουσία απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα αρχίζει να μετατρέπεται σε πολιτικό κόστος για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η πίεση από το εσωτερικό εντείνεται, με το Κογκρέσο να επιχειρεί να περιορίσει τις πολεμικές εξουσίες του προέδρου, σε μια σπάνια διακομματική κίνηση που υποδηλώνει ότι η υποστήριξη προς τον πόλεμο δεν είναι πλέον δεδομένη. Η έγκριση σχετικού ψηφίσματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων λειτουργεί ως πολιτική προειδοποίηση: ο πόλεμος αρχίζει να χάνει νομιμοποίηση στο εσωτερικό.
Και αυτό είναι σημείο καμπής.
Ιστορικά, όταν ένας πόλεμος χάνει την πολιτική του στήριξη, η στρατηγική αλλάζει – είτε προς αποκλιμάκωση είτε προς κλιμάκωση με στόχο ένα γρήγορο αποτέλεσμα.
Την ίδια στιγμή, στο πεδίο, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή.
Οι επιθέσεις συνεχίζονται σε πολλαπλά μέτωπα, ενώ οι προσπάθειες για εκεχειρία στον Λίβανο δεν έχουν καταφέρει να σταθεροποιήσουν την κατάσταση. Η Χεζμπολάχ απορρίπτει τους όρους των συμφωνιών, το Ισραήλ συνεχίζει τις επιχειρήσεις και η σύγκρουση παραμένει ενεργή, παρά τις διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πόλεμος χαμηλής έντασης αλλά υψηλής διάρκειας.
Και αυτός είναι ο πιο δύσκολος τύπος πολέμου να διαχειριστεί πολιτικά.
Στο ενεργειακό επίπεδο, οι επιπτώσεις παραμένουν κρίσιμες.
Το Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να λειτουργεί με περιορισμούς, επηρεάζοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Η αβεβαιότητα γύρω από τη λειτουργία του διατηρεί τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και αυξάνοντας τις πιέσεις στις οικονομίες παγκοσμίως.
Η αγορά έχει ήδη προσαρμοστεί σε ένα νέο καθεστώς.
Όχι πλήρους κρίσης.
Αλλά μόνιμης αστάθειας.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Η σύγκρουση δεν σοκάρει πλέον.
Ενσωματώνεται.
Παράλληλα, οι συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζονται χωρίς ουσιαστική πρόοδο. Οι δύο πλευρές παραμένουν σε διαφορετικά επίπεδα προσδοκιών, με την Ουάσιγκτον να επιδιώκει συγκεκριμένες δεσμεύσεις και την Τεχεράνη να ζητά σαφείς εγγυήσεις.
Αυτό δημιουργεί ένα διαπραγματευτικό περιβάλλον χωρίς κοινή βάση.
Και χωρίς κοινή βάση, δεν υπάρχει συμφωνία.
Η μεγάλη εικόνα στις 100 ημέρες πολέμου είναι ξεκάθαρη:
δεν υπάρχει στρατιωτική νίκη
δεν υπάρχει διπλωματική λύση
και δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση
Το μόνο που υπάρχει είναι χρόνος.
Και ο χρόνος σε τέτοιες συγκρούσεις συνήθως λειτουργεί εις βάρος της σταθερότητας.
SBC Σχόλιο: Στις 100 ημέρες, ένας πόλεμος παύει να είναι «στρατηγική επιλογή» και γίνεται «πολιτικό βάρος». Το ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος κερδίζει, αλλά ποιος αντέχει περισσότερο.







