Η Μόσχα δηλώνει έτοιμη για άμεσο διάλογο με τις ΗΠΑ για την Ουκρανία, αλλά καταγράφει αποστασιοποίηση από την Ουάσιγκτον. Ο Σεργκέι Ριάμπκοφ συνδέει την πρόοδο στο ουκρανικό μέτωπο με την ευρύτερη ισορροπία δυνάμεων, από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως την ένταση ΗΠΑ–Ιράν.
Η Ρωσία επιχειρεί να επαναφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο τραπέζι των συνομιλιών για την Ουκρανία, στέλνοντας μήνυμα διαθεσιμότητας αλλά και έμμεσης πίεσης. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριάμπκοφ δήλωσε ότι η Μόσχα είναι έτοιμη για διάλογο με την Ουάσιγκτον, σημειώνοντας όμως την «αποστασιοποίηση» των ΗΠΑ όταν τίθεται το ζήτημα της Ουκρανίας.
Τι προτείνει η Μόσχα και πού στοχεύει
Ο Ριάμπκοφ υπογράμμισε ότι μια επίσκεψη Αμερικανών διαπραγματευτών στη Ρωσία μπορεί να οργανωθεί «αρκετά γρήγορα», υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα επιδείξει «επαρκές ενδιαφέρον». Η διατύπωση αυτή μεταφέρει την ευθύνη της πρωτοβουλίας στις ΗΠΑ, εμφανίζοντας τη Μόσχα ως πλευρά που δεν αρνείται τον διάλογο, αλλά αναμένει πολιτική βούληση από την άλλη πλευρά.
Η ρωσική τοποθέτηση εντάσσεται σε ένα περιβάλλον όπου η Ουκρανία συνεχίζει να ζητεί στήριξη και εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση, ενώ η Μόσχα επιδιώκει να εμφανιστεί ως συνομιλητής που δεν απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις. Η αναφορά στην ταχεία δυνατότητα οργάνωσης συνάντησης λειτουργεί ως σήμα προς την Ουάσιγκτον, αλλά και ως μήνυμα προς τρίτες χώρες ότι η Ρωσία θεωρεί τον διάλογο ανοιχτό.
Η διάσταση Μέσης Ανατολής και ο ρόλος των «κύριων παικτών»
Ο Ριάμπκοφ συνέδεσε έμμεσα το ουκρανικό μέτωπο με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αναφερόμενος στις διπλωματικές προσπάθειες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Όπως σημείωσε, μια διευθέτηση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επιτευχθεί εφόσον οι «κύριοι παίκτες» αποφύγουν νέα κλιμάκωση, αναδεικνύοντας την ανάγκη αποτροπής παράλληλων κρίσεων που θα περιπλέξουν περαιτέρω το διεθνές σύστημα.
Η τοποθέτηση αυτή δείχνει ότι η Μόσχα βλέπει τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή και την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία ως αλληλένδετες παραμέτρους της παγκόσμιας ασφάλειας. Η διαχείριση της έντασης ΗΠΑ–Ιράν επηρεάζει άμεσα την προσοχή, τους πόρους και τη διαπραγματευτική ευχέρεια της Ουάσιγκτον και, κατ’ επέκταση, το περιθώριο κινήσεων στο ουκρανικό μέτωπο.
Η ουκρανική θέση και η «αναμονή» για διαπραγματεύσεις
Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι είναι έτοιμος να διαπραγματευθεί απευθείας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Τόνισε ότι η χώρα του βρίσκεται «στην ουρά» για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, καθώς η Ουάσιγκτον είναι αυτή τη στιγμή απορροφημένη από το ιρανικό ζήτημα.
Η διατύπωση Ζελένσκι αναδεικνύει την εξάρτηση της ουκρανικής διπλωματικής προοπτικής από τις προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι χωρίς ενεργό εμπλοκή των ΗΠΑ, η διαπραγματευτική διαδικασία για την Ουκρανία παραμένει περιορισμένη, ακόμη και αν Κίεβο και Μόσχα δηλώνουν σε επίπεδο ρητορικής ανοικτοί σε συνομιλίες.
Η θεσμική εικόνα: ποιος κρατά το κλειδί των συνομιλιών;
Οι παράλληλες δηλώσεις Μόσχας και Κιέβου αναδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο κεντρικός παράγοντας για οποιαδήποτε σοβαρή διαπραγμάτευση. Η Ρωσία επιχειρεί να εμφανιστεί ως έτοιμη για διάλογο, μεταθέτοντας την πρωτοβουλία στην Ουάσιγκτον, ενώ η Ουκρανία δηλώνει διαθεσιμότητα για απευθείας συνομιλίες αλλά αναγνωρίζει ότι η πραγματική κίνηση εξαρτάται από την αμερικανική ατζέντα.
Θεσμικά, αυτό αναδεικνύει ένα κενό: η διεθνής αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν διαθέτει σήμερα αυτόνομο, αποδεκτό από όλες τις πλευρές μηχανισμό που να επιβάλλει ή να εγγυάται διαπραγματεύσεις σε συγκρούσεις τέτοιας κλίμακας. Η εξάρτηση από τη βούληση των «κύριων παικτών» αφήνει τις χώρες που πλήττονται άμεσα, όπως η Ουκρανία, σε θέση αναμονής, ακόμη και όταν δηλώνουν έτοιμες να συζητήσουν.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η εξέλιξη υπογραμμίζει ότι οι μεγάλες κρίσεις –από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή– παραμένουν στενά συνδεδεμένες με τις αμερικανορωσικές και αμερικανοϊρανικές σχέσεις. Διπλωματικά, η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί πώς η μετατόπιση της προσοχής της Ουάσιγκτον μεταξύ Ουκρανίας και Ιράν επηρεάζει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες ασφαλείας, καθώς οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση σε αυτές τις περιοχές έχει άμεσες συνέπειες για την Ανατολική Μεσόγειο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι ελληνικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής.






