Η Μόσχα προβάλλει την εικόνα επιστροφής γερμανικών επιχειρήσεων στο οικονομικό της φόρουμ. Τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν κάτι πολύ διαφορετικό.
Η φετινή διοργάνωση του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ Αγίας Πετρούπολης διεξάγεται σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωοικονομικό περιβάλλον σε σχέση με την προ του 2022 εποχή. Τότε, αποτελούσε κεντρική πλατφόρμα σύναψης μεγάλων επενδυτικών συμφωνιών με ευρωπαϊκούς ομίλους, με τη Γερμανία να λειτουργεί ως βασικός οικονομικός εταίρος της Ρωσίας. Σήμερα, η Μόσχα επιχειρεί να προβάλει την εικόνα επιστροφής γερμανικών επιχειρήσεων, σε μια προσπάθεια να δείξει ότι οι δυτικοί επενδυτές επαναξιολογούν τη στάση τους παρά τον πόλεμο στην Ουκρανία και το καθεστώς κυρώσεων.
Ποιοι Γερμανοί επιχειρηματίες βρίσκονται πραγματικά στην Αγία Πετρούπολη
Πίσω από τις δηλώσεις για «μεγάλη γερμανική επιχειρηματική αποστολή» κρύβεται ένα πολύ πιο περιορισμένο και ιδιόμορφο μωσαϊκό παρουσιών. Ορισμένοι Γερμανοί επιχειρηματίες συμμετέχουν, αλλά κυρίως μέσω ρωσικών εταιρικών σχημάτων που έχουν αποσυνδεθεί από τις μητρικές δομές στη Γερμανία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τόμας Μπρουχ, μετόχου της γερμανικής αλυσίδας Globus, ο οποίος εμφανίζεται στο φόρουμ όχι ως εκπρόσωπος της Globus Holding, αλλά ως παράγοντας της ρωσικής Hyperglobus, μετά τον διαχωρισμό των ρωσικών δραστηριοτήτων από τον ευρωπαϊκό όμιλο.
Αντίστοιχα, ο Στέφαν Ντύρ έχει εδώ και δεκαετίες οικοδομήσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σχεδόν αποκλειστικά στη Ρωσία, μέσω του ομίλου γαλακτοκομικών Ekoniva, ενώ φέρεται να διαθέτει και ρωσική υπηκοότητα. Η ανάπτυξη της εταιρείας του συνδέθηκε άμεσα με το ρωσικό εμπάργκο σε ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα το 2014, δείχνοντας πώς οι κυρώσεις μπορούν να δημιουργήσουν εσωτερικούς «πρωταθλητές». Στον βιομηχανικό εξοπλισμό, η μετεξέλιξη της Metalock Rus σε Masterlock Engineering, υπό τον Λέο Έπινγκερ, αποτυπώνει τη μεταφορά τεχνογνωσίας από ευρωπαϊκές συνεργασίες σε ρωσικά σχήματα που πλέον λειτουργούν εκτός δυτικού εταιρικού ελέγχου.
Παράλληλα, ρωσικές εταιρείες όπως η Hermes-Ural, που απέκτησε τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία της γερμανικής Viessmann, αποτελούν παράδειγμα αναδιάταξης ιδιοκτησίας: δυτικά assets περνούν σε τοπικούς παίκτες, συχνά με περιορισμένη ή και ανύπαρκτη πλέον θεσμική σύνδεση με τη Γερμανία. Η εικόνα που προκύπτει είναι περισσότερο αυτή μιας «ρωσοποιημένης» κληρονομιάς γερμανικών επενδύσεων, παρά μιας νέας γερμανικής εισόδου στη ρωσική αγορά.
Τι σημαίνει για τις ευρωρωσικές οικονομικές σχέσεις
Η σύνθεση των συμμετεχόντων υπογραμμίζει ότι ο κλασικός άξονας γερμανικών βιομηχανικών επενδύσεων στη Ρωσία έχει σε μεγάλο βαθμό διαρραγεί θεσμικά, ακόμη κι αν μέρος της παραγωγικής βάσης παραμένει επί τόπου. Οι επιχειρηματίες που εμφανίζονται σήμερα λειτουργούν κυρίως σε γκρίζες ζώνες μεταξύ παλαιών εταιρικών δομών και νέων ρωσικών σχημάτων, με αυξημένο νομικό και πολιτικό ρίσκο. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα του φόρουμ να λειτουργήσει ως γέφυρα με την ευρωπαϊκή οικονομία και το μετατρέπει περισσότερο σε εργαλείο εσωτερικής και γεωπολιτικής προβολής της Μόσχας.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η εικόνα του φόρουμ Αγίας Πετρούπολης λειτουργεί ως υπενθύμιση του νέου πλαισίου ρίσκου για κάθε ευρωπαϊκή επιχείρηση που διατηρεί ή εξετάζει παρουσία στη ρωσική αγορά. Ελληνικοί όμιλοι σε ναυτιλία, ενέργεια και βιομηχανικό εξοπλισμό οφείλουν να σταθμίζουν όχι μόνο τις κυρώσεις, αλλά και την πιθανότητα αναγκαστικών εταιρικών αναδιαρθρώσεων, όπως αυτές που είδαμε σε γερμανικά assets. Σε επίπεδο πολιτικής, η Αθήνα παραμένει ευθυγραμμισμένη με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, γεγονός που καθιστά απίθανη οποιαδήποτε «παράκαμψη» μέσω διμερών πρωτοβουλιών, αλλά αυξάνει τη σημασία της θεσμικής συμμόρφωσης και της προσεκτικής διαχείρισης συμβολαίων και επενδυτικού ρίσκου.






