Οι τιμές καυσίμων επηρεάζονται διαφορετικά από τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή, με το πετρέλαιο να δείχνει ανθεκτικό και το φυσικό αέριο πιο ευάλωτο. Για την ελληνική αγορά, το βασικό ερώτημα είναι πότε η διεθνής αποκλιμάκωση θα περάσει στην αντλία.
Οι τιμές καυσίμων βρίσκονται ξανά στο μικροσκόπιο μετά τη νέα ένταση στη Μέση Ανατολή, όμως η διεθνής αγορά πετρελαίου δεν προεξοφλεί ένα νέο ενεργειακό σοκ όπως στο παρελθόν. Η ενίσχυση της προσφοράς, η διαφοροποίηση των ροών και τα στρατηγικά αποθέματα λειτουργούν ως ανάχωμα στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Γιατί η αγορά πετρελαίου δεν φοβάται νέο σοκ στις τιμές καυσίμων;
Καθοριστικός παράγοντας είναι η θεαματική αύξηση της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες, που έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία και περιορίζει την εξάρτηση της Δύσης από τη Μέση Ανατολή. Ποσότητες που παλαιότερα κατευθύνονταν προς τις ΗΠΑ μέσω των Στενών του Ορμούζ διοχετεύονται πλέον κυρίως σε ασιατικές αγορές, με έμφαση στην Κίνα και την Ινδία.
Παράλληλα, η αγορά έχει αποδείξει μεγαλύτερη ευελιξία, καθώς μέρος των ροών μπορεί να παρακαμφθεί μέσω αγωγών και εναλλακτικών υποδομών στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Έτσι, το πραγματικό έλλειμμα από μια ενδεχόμενη διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ εκτιμάται ότι θα είναι μικρότερο από τον συνολικό όγκο που διέρχεται από την περιοχή.
Πώς επηρεάζονται φυσικό αέριο, Ιράν και ελληνική αγορά καυσίμων;
Την εικόνα σταθερότητας στο πετρέλαιο ενισχύουν και τα σημαντικά στρατηγικά αποθέματα που έχουν συγκροτήσει οι μεγάλες καταναλώτριες χώρες, με την Κίνα να διαθέτει πλέον τεράστια αποθηκευτική ικανότητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι ακόμη και σε νέα ένταση, το Brent είναι πιθανό να κινηθεί σε εύρος που δεν θα υπερβαίνει σημαντικά τα 90-95 δολάρια το βαρέλι και όχι σε ακραία επίπεδα προηγούμενων κρίσεων.
Αντίθετα, περισσότερο εκτεθειμένη εμφανίζεται η αγορά φυσικού αερίου και ειδικότερα το LNG, καθώς το Κατάρ παραμένει βασικός εξαγωγέας και οι ροές του μέσω Ορμούζ δεν διαθέτουν αντίστοιχες εναλλακτικές διαδρομές. Η πρόσφατη άνοδος των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου συνδέεται με την ανησυχία για την ασφάλεια των ροών LNG σε μια περίοδο που η Ευρώπη αναπληρώνει αποθέματα ενόψει χειμώνα.
Επιπλέον, οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν επηρεάζουν τις προσδοκίες της αγοράς, καθώς η χώρα διαθέτει εξαγωγική δυναμική περίπου 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Ακόμη όμως και σε περίπτωση πολιτικής συμφωνίας, η ουσιαστική αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών προϋποθέτει επενδύσεις, χρόνο και σταθερό περιβάλλον, άρα δεν αναμένεται άμεση πλημμυρίδα νέων ποσοτήτων.
Στην Ελλάδα, οι πρόσφατες αναταράξεις έχουν ήδη αποτυπωθεί σε υψηλότερες λιανικές τιμές, με την αμόλυβδη και το πετρέλαιο κίνησης να καταγράφουν σημαντική άνοδο σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα. Ωστόσο, οι τελευταίες ενδείξεις δείχνουν ότι οι διεθνείς τιμές βενζίνης και ντίζελ υποχωρούν ταχύτερα από την τιμή του αργού, συμπιέζοντας τα περιθώρια διύλισης και δημιουργώντας πιέσεις στα οικονομικά αποτελέσματα των διυλιστηρίων.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Για τον Έλληνα οδηγό, το βασικό μήνυμα είναι ότι η αποκλιμάκωση στις διεθνείς τιμές καυσίμων δύσκολα θα φανεί άμεσα στην αντλία. Συνήθως απαιτείται περίπου ένας μήνας για να περάσουν οι χαμηλότερες τιμές του αργού σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, να ανανεωθούν τα αποθέματα και να φτάσουν τα νέα προϊόντα στην αγορά.
Εφόσον διατηρηθεί η σχετική γεωπολιτική ηρεμία και οι διεθνείς τιμές πετρελαίου μείνουν κοντά στα σημερινά επίπεδα, η σταδιακή μείωση της βενζίνης και του ντίζελ λιανικής θεωρείται πιθανή, αν και θα συνοδευτεί από μικρότερη κερδοφορία για τα διυλιστήρια. Στελέχη του κλάδου τονίζουν ότι προτεραιότητα παραμένει η απρόσκοπτη τροφοδοσία της αγοράς, με την εμπειρία από την πανδημία και την κρίση του 2022 να δείχνει πόσο γρήγορα οι διακυμάνσεις στην προσφορά και ζήτηση μεταφέρονται από το αργό στα τελικά προϊόντα.
Σχόλιο
: Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, η εικόνα μεταφράζεται σε σχετική σταθερότητα στο κόστος κίνησης, με προοπτική ήπιας ανακούφισης αν δεν κλιμακωθεί η ένταση στη Μέση Ανατολή. Το μεγαλύτερο ρίσκο για τους λογαριασμούς ενέργειας μεταφέρεται στο φυσικό αέριο και στο LNG, που επηρεάζουν έμμεσα το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και θέρμανσης, καθιστώντας κρίσιμη την πορεία των ευρωπαϊκών αποθεμάτων τους επόμενους μήνες.
Διαβάστε επίσης:
Ρωσία: Οι ουκρανικές επιθέσεις φέρνουν τη Μόσχα στα όρια καυσίμων






