Υπερπλεονάσματα: Ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό της δημοσιονομικής επιτυχίας;

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν ότι η κατανάλωση και η ακρίβεια παραμένουν η βασική πηγή φορολογικών εσόδων για το κράτος

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταγράφει εντυπωσιακές δημοσιονομικές επιδόσεις, με τα φορολογικά έσοδα να υπερβαίνουν συστηματικά τους στόχους και τα πρωτογενή πλεονάσματα να κινούνται σε επίπεδα που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν δύσκολα επιτεύξιμα. Πίσω όμως από τους αριθμούς των υπερπλεονασμάτων κρύβεται ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι αυτός που τελικά χρηματοδοτεί τη δημοσιονομική υπεραπόδοση;

Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ φωτίζουν μια πραγματικότητα που συχνά περνά απαρατήρητη στη δημόσια συζήτηση. Η αύξηση των κρατικών εσόδων δεν προέρχεται κυρίως από την αύξηση της παραγωγικότητας ή από τη δημιουργία νέου πλούτου, αλλά σε μεγάλο βαθμό από την κατανάλωση των νοικοκυριών και τους έμμεσους φόρους που επιβάλλονται σχεδόν σε κάθε οικονομική δραστηριότητα.

Διαφήμιση

Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών ανήλθαν στα 9,97 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 503 εκατ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η αύξηση αυτή έφθασε το 5,3%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από την αύξηση του ΑΕΠ, η οποία διαμορφώθηκε στο 2%, αλλά και από την αύξηση των αμοιβών εργασίας που έφθασε το 4,1%.

Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει ότι το φορολογικό αποτύπωμα της οικονομίας αυξάνεται ταχύτερα από την πραγματική παραγωγική δραστηριότητα. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό που συνοδεύει την ελληνική οικονομία εδώ και δεκαετίες και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό δομικό χαρακτηριστικό του δημοσιονομικού μοντέλου της χώρας.

Η Ελλάδα των έμμεσων φόρων

Η Ελλάδα παραμένει μία από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους. Ο ΦΠΑ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα, στην ενέργεια, στον καπνό και σε δεκάδες ακόμη αγαθά και υπηρεσίες αποτελούν τον βασικό κορμό των δημοσίων εσόδων.

Η σημασία τους γίνεται εμφανής κάθε φορά που τίθεται στο τραπέζι η συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα ή στα καύσιμα. Το βασικό επιχείρημα του οικονομικού επιτελείου είναι πάντοτε το υψηλό δημοσιονομικό κόστος που θα προέκυπτε από μια τέτοια παρέμβαση.

Στην πράξη, κάθε λίτρο βενζίνης, κάθε λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος, κάθε εισιτήριο μεταφοράς και κάθε αγορά προϊόντος ενισχύει τα δημόσια ταμεία μέσω ενός πολύπλοκου πλέγματος έμμεσων φόρων.

Η ακρίβεια ενισχύει τα φορολογικά έσοδα

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα στοιχεία είναι ότι η ακρίβεια λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης των κρατικών εσόδων.

Καθώς οι τιμές αυξάνονται, αυξάνεται αυτόματα και ο ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος. Όσο ακριβότερα πωλούνται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, τόσο μεγαλύτερα είναι τα φορολογικά έσοδα χωρίς να απαιτείται αύξηση φορολογικών συντελεστών.

Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 και του 2023 είχε αποδείξει ότι τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά περισσότερο από τις αρχικές προβλέψεις, ακριβώς λόγω της εκτίναξης των τιμών ενέργειας και καυσίμων.

Το ίδιο φαινόμενο επανεμφανίζεται σήμερα. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 5%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που κινήθηκε στο 3,2%.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στον ενεργειακό πληθωρισμό, ο οποίος ανήλθε στο 20,2%, σχεδόν διπλάσιος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Για τα νοικοκυριά η εξέλιξη αυτή σημαίνει απώλεια αγοραστικής δύναμης. Για τα δημόσια ταμεία σημαίνει αυξημένες εισπράξεις.

Οι φοροαπαλλαγές στο μικροσκόπιο

Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ και η Τράπεζα της Ελλάδος στρέφουν την προσοχή τους στις φορολογικές δαπάνες της χώρας.

Σήμερα ισχύουν 1.236 φοροαπαλλαγές, με συνολικό δημοσιονομικό κόστος που προσεγγίζει τα 22,9 δισ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο των συνολικών φορολογικών εσόδων.

Οι θεσμοί δεν ζητούν οριζόντιες καταργήσεις, αλλά συστηματική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας κάθε φορολογικής εξαίρεσης. Το ερώτημα είναι ποιες απαλλαγές έχουν πραγματικό κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτέλεσμα και ποιες λειτουργούν απλώς ως απώλεια εσόδων χωρίς ουσιαστικό όφελος για την οικονομία.

Το μεγάλο ερώτημα της επόμενης ημέρας

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η εργασία συμμετέχει με ποσοστό 36,3% στο ονομαστικό ΑΕΠ, ενώ το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και τα μικτά εισοδήματα αντιστοιχούν στο 48,4%.

Την ίδια στιγμή, σχεδόν 10 δισ. ευρώ φόρων επί της παραγωγής και των εισαγωγών συγκεντρώθηκαν μέσα σε μόλις ένα τρίμηνο.

Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο το ύψος των φόρων αλλά και τη δικαιότερη κατανομή τους. Η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών παραμένει κρίσιμη, ωστόσο αυξάνεται η πίεση για ένα φορολογικό μοντέλο που θα βασίζεται περισσότερο στην παραγωγή νέου πλούτου και λιγότερο στην κατανάλωση και την ακρίβεια.

SBC Economic Desk | Σχολιο

Η Ελλάδα πέτυχε να μετατρέψει τα μεγάλα ελλείμματα της προηγούμενης δεκαετίας σε υπερπλεονάσματα. Το ερώτημα όμως που αναδεικνύεται είναι κατά πόσο αυτή η επιτυχία βασίζεται σε μια ισχυρότερη παραγωγική οικονομία ή σε μια οικονομία που φορολογεί ολοένα περισσότερο την κατανάλωση. Η εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους δημιουργεί ένα μοντέλο που ευνοεί τα δημόσια έσοδα σε περιόδους πληθωρισμού, αλλά επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Η επόμενη φάση της οικονομικής πολιτικής θα κριθεί από το κατά πόσο η ανάπτυξη θα μπορέσει να μετατραπεί σε πραγματική αύξηση παραγωγικότητας και εισοδήματος, χωρίς να στηρίζεται κυρίως στην ακρίβεια.

 

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.