Τα φωτοβολταϊκά Δυτικής Μακεδονίας περνούν σε νέα κλίμακα, με εννέα πάρκα συνολικής ισχύος 930 MWp να τίθενται σε πλήρη λειτουργία σε πρώην λιγνιτική γη. Η κίνηση ΔΕΗ και RWE σηματοδοτεί την πιο ορατή μέχρι σήμερα μετατόπιση της περιοχής από τον λιγνίτη στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Τα φωτοβολταϊκά Δυτικής Μακεδονίας περνούν σε φάση βιομηχανικής κλίμακας, με τη λειτουργία τριών συγκροτημάτων συνολικής ισχύος 930 MWp σε εδάφη του πρώην λιγνιτωρυχείου Αμυνταίου. Η παραγόμενη ενέργεια επαρκεί θεωρητικά για πάνω από 400.000 νοικοκυριά, μετατρέποντας έναν πυρήνα της παλιάς λιγνιτικής οικονομίας σε κόμβο καθαρής ηλεκτροπαραγωγής.
Πώς αλλάζει ο ενεργειακός χάρτης με τα φωτοβολταϊκά Δυτικής Μακεδονίας;
Η κοινή εταιρία ΔΕΗ–RWE, ΜΕΤΩΝ Ενεργειακή, ολοκλήρωσε εννέα μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 930 MWp (884 MWac) στο Αμύνταιο, σε μία από τις μεγαλύτερες επαναχρησιμοποιήσεις λιγνιτικής γης στην Ευρώπη. Παράλληλα, η εταιρία έχει δεσμευθεί σε αντισταθμιστικά έργα και δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, επιχειρώντας να μετριάσει τις κοινωνικές τριβές της απολιγνιτοποίησης.
Στην κατασκευαστική φάση δημιουργήθηκαν εκατοντάδες άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας, προσφέροντας μια μεταβατική γέφυρα σε μια περιοχή που χάνει σταδιακά το παραδοσιακό της παραγωγικό υπόβαθρο. Το ζητούμενο πλέον είναι αν αυτές οι επενδύσεις θα μετεξελιχθούν σε σταθερό οικοσύστημα απασχόλησης υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και τεχνογνωσίας.
Ποιο είναι το επόμενο βήμα για την πράσινη ισχύ στη Βόρεια Ελλάδα;
Πέρα από το Αμύνταιο, η ΔΕΗ και η RWE υλοποιούν δύο νέα φωτοβολταϊκά έργα στην Κεντρική Μακεδονία, στην Κοτύλη και το Νέο Συράκιο, συνολικής ισχύος 567 MWp. Με προγραμματισμένη λειτουργία έως το 2027, η παραγωγή τους εκτιμάται ότι θα καλύπτει τις ανάγκες άνω των 240.000 νοικοκυριών, ενισχύοντας περαιτέρω τη βόρεια Ελλάδα ως ενεργειακό κόμβο ΑΠΕ.
Η ΔΕΗ έχει θέσει στόχο εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ 19 GW έως το τέλος του 2030, συνδυάζοντας νέα έργα με επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας ώστε να διαχειριστεί τη στοχαστικότητα της παραγωγής. Η συμμετοχή της RWE, ενός από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς παίκτες στις ΑΠΕ, προσδίδει τεχνογνωσία, πρόσβαση σε κεφάλαια και ευρωπαϊκή θεσμική νομιμοποίηση στο επενδυτικό αφήγημα.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Η συγκέντρωση σχεδόν 1,5 GW φωτοβολταϊκής ισχύος σε Δυτική και Κεντρική Μακεδονία ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού, μειώνει τη μακροπρόθεσμη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και βελτιώνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μέσω χαμηλότερων ενεργειακών εισαγωγών. Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση πρώην λιγνιτικών εκτάσεων μειώνει τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές εντάσεις γύρω από τη χωροθέτηση νέων έργων ΑΠΕ, αλλά προϋποθέτει επιτάχυνση των δικτύων και των έργων αποθήκευσης για να απορροφηθεί η νέα ισχύς.
Σχόλιο
: Η σύμπραξη ΔΕΗ–RWE στη Δυτική Μακεδονία λειτουργεί ως πρότυπο για το πώς η απολιγνιτοποίηση μπορεί να συνδεθεί με επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε ΑΠΕ, αντί για απλή αποβιομηχάνιση. Για την ελληνική αγορά, το στοίχημα είναι διπλό: αφενός να μετατραπεί η πράσινη ισχύς σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη βιομηχανία και τις εξαγωγές, αφετέρου να διασφαλιστεί ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν θα παραμείνουν απλοί «οικοδεσπότες» υποδομών, αλλά θα συμμετέχουν ουσιαστικά στην παραγόμενη αξία.
Διαβάστε επίσης:
Λιγνίτης: Η ευρωπαϊκή πολιτική ακυρώνει το εθνικό μας καύσιμο
Οι δυνάμεις που κρατούν ζεστό το ελληνικό χρηματιστήριο
#ΔΕΗ #RWE #Ανανεώσιμεςπηγέςενέργειας #ΔυτικήΜακεδονία #Απολιγνιτοποίηση






