Οι αιτήσεις στεγαστικών στις ΗΠΑ υποχώρησαν εκ νέου την εβδομάδα που έληξε στις 7 Ιουλίου, καταγράφοντας πτώση 2,2% σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση. Η κίνηση αυτή επιβεβαιώνει ότι η αμερικανική αγορά κατοικίας παραμένει σε καθεστώς πίεσης, καθώς τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν αισθητά υψηλότερα από τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας.
Οι αιτήσεις στεγαστικών στις ΗΠΑ μειώθηκαν σε ένα περιβάλλον όπου το μέσο επιτόκιο για τα 30ετή στεγαστικά σταθερού επιτοκίου κινείται γύρω στο 6,6%, επίπεδο που ιστορικά λειτουργεί αποτρεπτικά για νέα δανειοληψία. Η εβδομαδιαία έρευνα της αμερικανικής ένωσης στεγαστικών δανείων δείχνει ότι η ζήτηση για νέα και αναχρηματοδοτούμενα δάνεια παραμένει εύθραυστη, παρά τη σταδιακή προσαρμογή των νοικοκυριών στο νέο κόστος χρήματος.
Πού οφείλεται η κάμψη στις αιτήσεις στεγαστικών;
Η οριακή άνοδος του μέσου επιτοκίου από 6,57% σε 6,58% δεν είναι από μόνη της καθοριστική, αλλά αποτυπώνει τη σταθεροποίηση σε ένα υψηλό «πλατό» μετά την επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από τη Federal Reserve. Σε αυτό το επίπεδο, πολλοί δυνητικοί αγοραστές πρώτης κατοικίας, ιδιαίτερα νεότερες ηλικίες, δυσκολεύονται να καλύψουν τις μηνιαίες δόσεις, ειδικά σε αγορές με ήδη αυξημένες τιμές ακινήτων.
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης αναχρηματοδότησης υποχώρησε κατά 4% σε εβδομαδιαία βάση, παρότι παραμένει υψηλότερος από πέρυσι, ένδειξη ότι ένα μέρος των νοικοκυριών συνεχίζει να αναζητά καλύτερους όρους. Ωστόσο, η πλειονότητα των ιδιοκτητών που «κλείδωσαν» χαμηλά επιτόκια την περίοδο των μηδενικών επιτοκίων δεν έχει ουσιαστικό κίνητρο να μετακινηθεί, περιορίζοντας την προσφορά και τον κύκλο συναλλαγών.
Πώς αναδιαμορφώνεται η αμερικανική αγορά κατοικίας;
Η μικρή άνοδος στις κυβερνητικά εγγυημένες αιτήσεις, με τα δάνεια VA να αυξάνονται κατά 5%, δείχνει ότι η ζήτηση μετατοπίζεται προς προϊόντα με ευνοϊκότερους όρους για συγκεκριμένες κατηγορίες δανειοληπτών. Αντίθετα, η συμβατική αγορά παρουσιάζει κάμψη, κάτι που συνδέεται με την αυστηρότερη πιστοληπτική αξιολόγηση και το υψηλότερο απαιτούμενο εισόδημα για την κάλυψη των δόσεων.
Σε ετήσια βάση, τόσο ο δείκτης αγορών κατοικίας όσο και ο δείκτης αναχρηματοδότησης εμφανίζουν ήπια άνοδο, υποδηλώνοντας ότι η αγορά προσαρμόζεται σταδιακά στο νέο καθεστώς επιτοκίων. Παρ’ όλα αυτά, ο συνολικός όγκος συναλλαγών παραμένει συγκρατημένος, περιορίζοντας την επίδραση του κλάδου των ακινήτων στην αμερικανική ανάπτυξη σε σχέση με προηγούμενους κύκλους.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Για την Ελλάδα, η εικόνα στις αιτήσεις στεγαστικών στις ΗΠΑ λειτουργεί ως ένδειξη για τη διάρκεια της διεθνούς περιόδου υψηλών επιτοκίων, που επηρεάζει και το κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη. Αν η αμερικανική αγορά κατοικίας παραμείνει σε φάση επιβράδυνσης, είναι πιθανό οι κεντρικές τράπεζες να κινηθούν πιο προσεκτικά στις μειώσεις επιτοκίων, διατηρώντας το κόστος χρήματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε σχετικά αυξημένα επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα.
Αυτό έχει άμεση σημασία για την ελληνική αγορά ακινήτων, όπου η ζήτηση στηρίζεται τόσο σε εγχώριους δανειολήπτες όσο και σε ξένα κεφάλαια. Υψηλότερα διεθνή επιτόκια περιορίζουν την πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση, αυξάνουν το κόστος νέων στεγαστικών και ενδέχεται να συγκρατήσουν την περαιτέρω άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη επενδυτική δραστηριότητα.
Σχόλιο
: Η επιμονή των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα στις ΗΠΑ λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ο κύκλος του «φθηνού χρήματος» έχει κλείσει και για την ελληνική οικονομία. Για τις τράπεζες, η πρόκληση είναι να αναπτύξουν υγιή στεγαστική πίστη χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους δανειολήπτες, ενώ για τους επενδυτές στα ακίνητα, το νέο περιβάλλον απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή στις αποτιμήσεις και στις πραγματικές αποδόσεις μετά το κόστος χρηματοδότησης.
Διαβάστε επίσης:
Λήξη εκεχειρίας ΗΠΑ–Ιράν, βουτιά στις αγορές και ράλι στο πετρέλαιο
ΗΠΑ: Νέο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης της OpenAI με κρατικό έλεγχο
#ΗΠΑ #Στεγαστικάδάνεια #Ακίνητα #Επιτόκια #Ελληνικήοικονομία






