Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών απειλεί να ενισχύσει δραματικά τη μικροβιακή αντοχή, προειδοποιεί μεγάλη διεθνής μελέτη σε 186 χώρες. Μόνο το 52% της κατανάλωσης αφορά τα «ήπια» αντιβιοτικά πρώτης γραμμής, ενώ θα έπρεπε να φτάνει το 77%.
Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών απειλεί να ενισχύσει δραματικά τη μικροβιακή αντοχή, προειδοποιεί μεγάλη διεθνής μελέτη σε 186 χώρες. Μόνο το 52% της κατανάλωσης αφορά τα αντιβιοτικά πρώτης γραμμής που θεωρούνται ασφαλέστερα, ενώ τα επιστημονικά μοντέλα δείχνουν ότι θα έπρεπε να φτάνει περίπου το 77%.
Γιατί η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών θεωρείται τόσο επικίνδυνη;
Η νέα ανάλυση, που βασίστηκε σε δεδομένα από 186 χώρες, χρησιμοποίησε την ταξινόμηση AWaRe του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Τα αντιβιοτικά χωρίζονται σε τρεις ομάδες: «Access» (πρώτη επιλογή για τις συχνές λοιμώξεις), «Watch» (μεγαλύτερος κίνδυνος ανάπτυξης αντοχής, πρέπει να δίνονται με φειδώ) και «Reserve» (τελευταία λύση για πολύ ανθεκτικά μικρόβια).
Οι χώρες ομαδοποιήθηκαν με βάση τη νοσηρότητα, τα επίπεδα μικροβιακής αντοχής και κοινωνικοοικονομικούς δείκτες. Στη συνέχεια συγκρίθηκε η πραγματική κατανάλωση αντιβιοτικών με την «ιδανική» χρήση που υπολογίζει το μοντέλο, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε πληθυσμού.
Πού γίνεται η μεγαλύτερη κατάχρηση και ποιο είναι το πρόβλημα;
Από τις 67 χώρες με επαρκή στοιχεία κατανάλωσης, οι 48 χρησιμοποιούν περισσότερα αντιβιοτικά από όσα θεωρούνται ιατρικά αναγκαία. Σχεδόν όλες χορηγούν υπερβολικά πολλά φάρμακα της κατηγορίας «Watch», τα οποία πρέπει να φυλάσσονται για πιο δύσκολες περιπτώσεις, ώστε να μην αναπτυχθεί γρήγορα αντοχή.
Παράλληλα, σε αρκετά συστήματα υγείας εξακολουθούν να κυκλοφορούν και να συνταγογραφούνται αντιβιοτικά που ο ΠΟΥ δεν συνιστά πλέον. Η μελέτη αναδεικνύει και μια αντίστροφη ανισότητα: χώρες χαμηλού εισοδήματος, με πολύ μεγαλύτερο φορτίο λοιμώξεων, έχουν περιορισμένη πρόσβαση στα εξειδικευμένα αντιβιοτικά «Reserve», όταν πραγματικά τα χρειάζονται.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών είναι βασικό «όπλο» κατά της μικροβιακής αντοχής, η οποία ήδη αναγνωρίζεται ως ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Τονίζουν επίσης ότι εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες, συνταγογραφικές συνήθειες, πολιτισμικοί παράγοντες και η οργάνωση των συστημάτων υγείας επηρεάζουν καθοριστικά το πώς χρησιμοποιούνται τα αντιβιοτικά σε κάθε χώρα.
Τι σημαίνει αυτό για εσάς
Για έναν Έλληνα ασθενή, το μήνυμα είναι σαφές: δεν ζητάμε και δεν παίρνουμε αντιβιοτικά «για κάθε κρυολόγημα». Οι ιώσεις δεν θεραπεύονται με αντιβιοτικά και η άσκοπη χρήση τους κάνει τα μικρόβια πιο δυνατά και τα φάρμακα λιγότερο αποτελεσματικά όταν πραγματικά τα χρειαστούμε.
Πρακτικά, δεν παίρνουμε ποτέ αντιβιοτικό χωρίς ιατρική συνταγή, δεν κρατάμε «υπόλοιπα» για μελλοντική χρήση και δεν διακόπτουμε μόνοι μας τη θεραπεία όταν νιώσουμε καλύτερα. Αν ο γιατρός επιλέξει πιο «βαρύ» αντιβιοτικό, ρωτάμε γιατί, πόσο καιρό και με ποιο στόχο. Η πίεση προς τους γιατρούς για «να γράψουν κάτι δυνατό» επιδεινώνει το πρόβλημα για όλους μας.
Σε επίπεδο χώρας, η Ελλάδα –που παραδοσιακά βρίσκεται ψηλά στην κατανάλωση αντιβιοτικών– χρειάζεται αυστηρή επιτήρηση της συνταγογράφησης, ενημέρωση του κοινού και πλήρη εφαρμογή πρωτοκόλλων ορθής χρήσης στα νοσοκομεία. Κάθε περιττό αντιβιοτικό σήμερα μπορεί να κοστίσει μια αναποτελεσματική θεραπεία αύριο, για εμάς ή για τα παιδιά μας.
Σχόλιο
: Η μελέτη επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει την κατανάλωση αντιβιοτικών ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας υγείας: αυστηρός έλεγχος συνταγών, ηλεκτρονικά πρωτόκολλα στο ΕΣΥ και εκστρατείες ενημέρωσης δεν είναι «πολυτέλεια», αλλά προϋπόθεση για να διατηρήσουμε αποτελεσματικές θεραπείες απέναντι σε ανθεκτικά μικρόβια.
Πηγή: iatronet.gr
#Αντιβιοτικά #Μικροβιακήαντοχή #Δημόσιαυγεία #Λοιμώξεις #ΠΟΥ






