Η αιολική ισχύς στην Ελλάδα ξεπέρασε το ορόσημο των 6 GW στο τέλος του Α’ εξαμήνου 2026, σηματοδοτώντας ένα νέο επίπεδο διείσδυσης των ανανεώσιμων στο ηλεκτρικό σύστημα. Η δυναμική αυτή ενισχύει την ασπίδα της χώρας απέναντι στην αστάθεια των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αιολική ισχύς στην Ελλάδα έφτασε τα 6.017 MW στο τέλος του Α’ εξαμήνου 2026, σύμφωνα με τη νέα στατιστική της ΕΛΕΤΑΕΝ, επιβεβαιώνοντας ότι τα αιολικά πάρκα εξελίσσονται σε βασικό πυλώνα του ενεργειακού μίγματος. Η αύξηση κατά 5,6% σε ετήσια βάση μεταφράζεται σε νέες επενδύσεις περίπου 400 εκατ. ευρώ και σε πρόσθετη παραγωγική βάση που μπορεί να πιέσει πτωτικά το κόστος χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας.
Πώς κατανέμεται η νέα αιολική ισχύς και τι δείχνει για τις επενδύσεις;
Κατά το Α’ εξάμηνο 2026 συνδέθηκαν στο δίκτυο 65 νέες ανεμογεννήτριες συνολικής αποδιδόμενης ισχύος 320,6 MW, ποσότητα σχεδόν ισοδύναμη με τα αιολικά που συνδέθηκαν σε όλο το 2025. Η επίδοση αυτή υποδηλώνει ανθεκτικότητα του κλάδου σε ένα περιβάλλον γραφειοκρατικών εμποδίων, καθώς οι επιχειρήσεις και ο τεχνικός κόσμος συνεχίζουν να υλοποιούν έργα που ενισχύουν την εγχώρια ενεργειακή αυτάρκεια.
Την ίδια στιγμή, περίπου 700 MW νέων αιολικών πάρκων βρίσκονται υπό κατασκευή, με τη συντριπτική πλειονότητα να αναμένεται να συνδεθεί στο δίκτυο εντός των επόμενων 18 μηνών. Αν αυτό το χρονοδιάγραμμα τηρηθεί, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς θα υπερβεί σαφώς τα 6,5 GW στο επόμενο 1,5 έτος, αυξάνοντας το μερίδιο της αιολικής παραγωγής και περιορίζοντας την εξάρτηση από μονάδες φυσικού αερίου.
Ποια είναι η γεωγραφική και επιχειρηματική εικόνα της αιολικής ισχύος;
Σε επίπεδο Περιφερειών, η Στερεά Ελλάδα διατηρεί τον ρόλο του «ενεργειακού κόμβου» της αιολικής παραγωγής, φιλοξενώντας 2.603 MW ή το 43,3% της συνολικής ισχύος. Ακολουθούν η Πελοπόννησος με 819 MW (13,6%) και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη με 535 MW (8,9%), επιβεβαιώνοντας ότι η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε περιοχές με ισχυρό αιολικό δυναμικό και διαθέσιμα δίκτυα μεταφοράς.
Στο μέτωπο του εξοπλισμού, η Vestas έχει προμηθεύσει το 43,1% της συνολικής αποδιδόμενης αιολικής ισχύος, με την Enercon να ακολουθεί με 23,6%, τη Siemens Gamesa με 15,0%, τη Nordex με 12,2% και τη GE Renewable Energy με 4,1%. Το Α’ εξάμηνο 2026, ωστόσο, η Nordex κυριάρχησε στις νέες εγκαταστάσεις με 207,2 MW (64,6%), ενώ η Vestas πρόσθεσε 88,2 MW (27,5%) και η Goldwind 25,2 MW (7,9%), δείχνοντας μεταβολή στις ισορροπίες των προμηθευτών.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η ενίσχυση της αιολικής ισχύος με έργα που έχουν εξασφαλίσει τιμές αποζημίωσης χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής φυσικού αερίου δημιουργεί δυνητικό «μαξιλάρι» για τους λογαριασμούς ρεύματος, ιδίως σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας στις διεθνείς τιμές καυσίμων. Όσο περισσότερα από τα 700 MW υπό κατασκευή και τα έργα των διαγωνισμών της ΡΑΕ περνούν σε λειτουργία, τόσο αυξάνεται η δυνατότητα του συστήματος να συγκρατεί τη χονδρική τιμή ρεύματος.
Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση έχουν ήδη κόστος για την αγορά και τον καταναλωτή: από τα 1.592 MW αιολικών που επιλέχθηκαν στους διαγωνισμούς 2018-2022, μόλις 1.191 MW (75%) λειτουργούσαν έως το τέλος του Α’ εξαμήνου 2026. Κάθε μήνας καθυστέρησης σημαίνει ότι ακριβότερη παραγωγή από φυσικό αέριο παραμένει στο σύστημα, με άμεση αντανάκλαση στους λογαριασμούς, αντί να αντικαθίσταται από φθηνότερη αιολική ενέργεια.
Σχόλιο
: Η νέα στατιστική της ΕΛΕΤΑΕΝ δείχνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη κρίσιμη μάζα αιολικών, ικανή να στηρίξει μια πιο σταθερή και ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, υπό την προϋπόθεση ότι θα περιοριστούν οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις. Για επενδυτές και καταναλωτές, το μήνυμα είναι διπλό: η χώρα προσφέρει ώριμο πεδίο για κεφάλαια στις ΑΠΕ, ενώ κάθε επιτάχυνση των έργων μεταφράζεται σε μεγαλύτερη προστασία απέναντι στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών και σε προοπτική ηπιότερων λογαριασμών ρεύματος μεσοπρόθεσμα.
Διαβάστε επίσης:
ΥΠΕΝ διατηρεί τον κόφτη 1.200 μέτρων στο χωροταξικό ΑΠΕ






