Οι δασμοί 25% σε βραζιλιάνικα προϊόντα σηματοδοτούν νέα κλιμάκωση στην εμπορική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στη Βραζιλία. Η απόφαση εδράζεται σε έρευνα για πρακτικές που οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν επιζήμιες για το εμπόριό τους.
Οι δασμοί 25% σε βραζιλιάνικα προϊόντα, που ανακοίνωσε ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Jamieson Greer, βασίζονται στο άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974 και στοχεύουν επιλεγμένα αγαθά. Η κίνηση έρχεται μετά από ετήσια έρευνα, η οποία κατέληξε ότι συγκεκριμένες πολιτικές της Βραζιλίας πλήττουν τις εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ποιες πρακτικές της Βραζιλίας οδήγησαν στους δασμούς 25%;
Η αμερικανική πλευρά εστιάζει σε ψηφιακό εμπόριο, υπηρεσίες πληρωμών, δασμολογική πολιτική, εφαρμογή κανόνων κατά της διαφθοράς, πνευματική ιδιοκτησία, πρόσβαση στην αγορά αιθανόλης και αποψίλωση δασών. Σύμφωνα με το γραφείο του Greer, οι πολιτικές της Βραζιλίας στους τομείς αυτούς θεωρούνται «μη εύλογες» και «επιζήμιες» για το αμερικανικό εμπόριο.
Ο Greer υποστήριξε ότι «η σημερινή ενέργεια είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν αυτές οι άδικες εμπορικές πρακτικές» και να διασφαλιστεί «ισότιμο πεδίο ανταγωνισμού» για εργαζόμενους και επιχειρήσεις στις ΗΠΑ. Η επιλογή του άρθρου 301 υπογραμμίζει ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τα θεσμικά της εργαλεία για να ασκήσει πίεση σε ευρύ φάσμα πολιτικών πέρα από τους στενούς δασμολογικούς κανόνες.
Πώς εντάσσεται η κίνηση στο ευρύτερο εμπορικό πλαίσιο;
Η στοχοποίηση της Βραζιλίας σε τομείς όπως η ψηφιακή οικονομία και η πνευματική ιδιοκτησία δείχνει ότι οι εμπορικές διαφορές μεταφέρονται πλέον στις νέες τεχνολογίες και στις ρυθμίσεις δεδομένων. Ταυτόχρονα, η αναφορά στην αποψίλωση των δασών και στην αιθανόλη συνδέει την εμπορική πολιτική με περιβαλλοντικές και αγροτικές προτεραιότητες.
Για τη Βραζιλία, οι δασμοί 25% σε επιλεγμένα προϊόντα σημαίνουν ενδεχόμενη απώλεια ανταγωνιστικότητας στην αμερικανική αγορά και πίεση για αναθεώρηση ρυθμίσεων σε καίριους τομείς. Για τις ΗΠΑ, η κίνηση λειτουργεί και ως μήνυμα προς άλλους εμπορικούς εταίρους ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να συνδέσει ζητήματα διαφάνειας, ψηφιακής πολιτικής και περιβάλλοντος με κυρώσεις στο εμπόριο.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η νέα ένταση στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ–Βραζιλίας υπενθυμίζει ότι η πρόσβαση στις μεγάλες αγορές εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από ρυθμίσεις σε ψηφιακό εμπόριο, διαφθορά και προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Αθήνα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα χρειαστεί να παρακολουθήσει στενά πώς τέτοιες μονομερείς κινήσεις επηρεάζουν τις διαπραγματεύσεις ΕΕ με μεγάλες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής.
Παράλληλα, η σύνδεση εμπορίου και περιβαλλοντικής πολιτικής, μέσω της αναφοράς στην αποψίλωση και στην αιθανόλη, αναδεικνύει την ανάγκη η Ελλάδα να τοποθετείται με σαφήνεια σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που συνδέουν εμπορικές συμφωνίες με κλιματικά κριτήρια. Σχόλιο
: Η επιλογή της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει δασμούς ως μοχλό πίεσης πέρα από τα στενά εμπορικά θέματα είναι προειδοποίηση και για την Ελλάδα: οι θεσμικές επιλογές σε ψηφιακή πολιτική, διαφάνεια και περιβάλλον θα κρίνονται ολοένα και περισσότερο και στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου.
Διαβάστε επίσης:
Ιράν φέρεται να ζητά από Ιρακινό πρωθυπουργό αναβολή επίσκεψης στις ΗΠΑ
ΗΠΑ: Εγκρίνουν πώληση όπλων 1,96 δισ. στη Σαουδική Αραβία
#ΗνωμένεςΠολιτείες #Βραζιλία #JamiesonGreer #διεθνέςεμπόριο #δασμοί






