Η δίκαιη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών εισέρχεται σε νέα, πιο απαιτητική φάση, μετά την απόφαση μηδενισμού των πόρων από τα έσοδα δικαιωμάτων ρύπων για το 2026. Η εξέλιξη αυτή ανατρέπει τον μέχρι σήμερα χρηματοδοτικό μηχανισμό και θέτει υπό πίεση τον σχεδιασμό για τη μεταλιγνιτική εποχή.
Η δίκαιη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών εισέρχεται σε νέα, πιο απαιτητική φάση, μετά την απόφαση μηδενισμού της χρηματοδότησης του Εθνικού Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης από τα έσοδα των δημοπρασιών δικαιωμάτων εκπομπών για το 2026. Η πολιτική επιλογή να μην κατευθυνθεί «ούτε ένα ευρώ» από τον συγκεκριμένο πόρο προς τις περιοχές που σήκωσαν για δεκαετίες το ενεργειακό φορτίο της χώρας, αλλάζει τα δεδομένα για επενδύσεις, απασχόληση και τοπική οικονομία.
Πώς αλλάζει ο σχεδιασμός για δίκαιη μετάβαση το 2026;
Η νέα υπουργική απόφαση για την κατανομή των εσόδων από τα δικαιώματα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για το 2026 δεν προβλέπει καμία ροή πόρων προς το Εθνικό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης. Ουσιαστικά, ακυρώνεται ο μέχρι σήμερα σταθερός χρηματοδοτικός πυλώνας που είχε θεσπιστεί με ποσοστό 6% των εσόδων το 2018, πάνω στον οποίο χτίστηκαν σχέδια για τη μεταλιγνιτική ανάπτυξη.
Η πορεία των τελευταίων ετών δείχνει μια σταδιακή αποδυνάμωση του Ταμείου: από το 6% το 2018, στο 1% το 2020, στο 4,5% το 2021, στο 1,125% το 2022, στο 0,01% το 2023, στο 1,65% με ανώτατο όριο 19,5 εκατ. € το 2024 και στο 1,35% το 2025. Η κατάληξη στο 0% για το 2026 σηματοδοτεί ρήξη με την προηγούμενη λογική σταθερής, έστω και μειούμενης, ροής πόρων προς τις λιγνιτικές περιοχές.
Ποιο είναι το νέο πλαίσιο για τις λιγνιτικές περιοχές;
Ο μηδενισμός των κονδυλίων για τις λιγνιτικές περιοχές από τα έσοδα των πλειστηριασμών ρύπων έρχεται σε μια στιγμή που, όπως επισημαίνεται, διαφαίνεται ότι δεν θα συνεχιστεί το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης για την προγραμματική περίοδο 2028–2034. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη δεκαετία μπορεί να βρεθεί χωρίς τον βασικό ευρωπαϊκό και εθνικό χρηματοδοτικό βραχίονα που στήριζε την απολιγνιτοποίηση.
Στο υφιστάμενο πλαίσιο, το 20% των εσόδων από τα δικαιώματα εκπομπών κατευθύνεται στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης, δημιουργώντας έναν εναλλακτικό πόλο πόρων. Η κριτική που ασκείται είναι ότι, εφόσον ο κλασικός μηχανισμός της δίκαιης μετάβασης αποδυναμώνεται, η κυβέρνηση οφείλει να αξιοποιήσει αυτό το Ταμείο για στοχευμένη στήριξη της Δυτικής Μακεδονίας και των λοιπών λιγνιτικών περιοχών, ώστε να μη μείνουν χωρίς επαρκή χρηματοδότηση σε μια κρίσιμη καμπή.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Για τον τελικό καταναλωτή ρεύματος, η απόφαση δεν μεταφράζεται άμεσα σε αύξηση ή μείωση τιμολογίων, αλλά επηρεάζει έμμεσα τη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος και την κοινωνική συνοχή στις περιοχές παραγωγής. Αν η μετάβαση μείνει χωρίς επαρκή χρηματοδότηση, αυξάνεται ο κίνδυνος καθυστερήσεων σε νέες επενδύσεις, που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν το κόστος ενέργειας μεσοπρόθεσμα μέσω πιο αποδοτικών και καθαρών μονάδων.
Σε τοπικό επίπεδο, η έλλειψη πόρων για δίκαιη μετάβαση μπορεί να επιβραδύνει έργα υποδομής, αναπροσανατολισμού της παραγωγικής βάσης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, με συνέπειες στο διαθέσιμο εισόδημα και στην κατανάλωση. Αν, όπως ζητείται, διοχετευθούν πόροι από το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης προς τις λιγνιτικές περιοχές, θα κριθεί στην πράξη αν μπορούν να καλύψουν το κενό που αφήνει ο μηδενισμός της χρηματοδότησης του Εθνικού Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης.
Σχόλιο
: Η μεταβολή στην κατανομή των εσόδων από τα δικαιώματα ρύπων μεταφέρει το βάρος από μια στοχευμένη «δίκαιη μετάβαση» σε ένα ευρύτερο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης, με αβέβαιο όμως πόσο θα επιστρέψει τελικά στις λιγνιτικές περιοχές. Για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, το διακύβευμα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό, αλλά καθαρά οικονομικό: από την ταχύτητα και την ποιότητα της μετάβασης θα εξαρτηθούν οι μελλοντικές επενδύσεις, η απασχόληση στις ενεργειακές περιφέρειες και, σε δεύτερο χρόνο, η αντοχή των λογαριασμών ρεύματος σε μια περίοδο διεθνούς ενεργειακής αστάθειας.
#Δίκαιημετάβαση #Λιγνιτικέςπεριοχές #ΔυτικήΜακεδονία #Δικαιώματαρύπων #ΤαμείοΕνεργειακήςΜετάβασης






