Η κινεζική πυραυλική δοκιμή με εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου από πυρηνοκίνητο υποβρύχιο στον Νότιο Ειρηνικό επαναφέρει στο προσκήνιο τον στρατηγικό ανταγωνισμό στην περιοχή. Η κίνηση προκαλεί αντιδράσεις για τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών και αναβαθμίζει τον ρόλο των πυρηνικών υποβρυχίων στην αποτροπή.
Η κινεζική πυραυλική δοκιμή με εκτόξευση διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου από υποβρύχιο σε περιοχή που θεωρείται «πυρηνικά ελεύθερη ζώνη» στον Νότιο Ειρηνικό, στέλνει σαφές μήνυμα ισχύος προς ΗΠΑ και συμμάχους. Η δοκιμή, που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά την τυπική ενημέρωση γειτονικών κρατών, επιτείνει τις ανησυχίες για στρατιωτικοποίηση του Νότιου Ειρηνικού και τη σταθερότητα των θαλάσσιων οδών.
Πώς αλλάζει τις ισορροπίες η κινεζική πυραυλική δοκιμή;
Η εκτόξευση από πυρηνοκίνητο υποβρύχιο δείχνει ότι το Πεκίνο επενδύει συστηματικά στη λεγόμενη «δεύτερη πυρηνική κρούση», δηλαδή στην ικανότητα ανταπόδοσης ακόμη και μετά από πρώτο πλήγμα. Αυτό αναβαθμίζει τον ρόλο του κινεζικού ναυτικού, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από την παράκτια άμυνα σε προβολή ισχύος βαθιά στον Ειρηνικό, όπου επιχειρούν παραδοσιακά οι ΗΠΑ.
Η επιλογή του Νότιου Ειρηνικού, παρότι η Κίνα έχει επικαλεστεί τη χρήση μη πυρηνικής κεφαλής και «ρουτίνα» ασκήσεων, συγκρούεται πολιτικά με το πνεύμα της Συνθήκης Ραροτόνγκα που ορίζει την περιοχή ως ζώνη χωρίς πυρηνικές δοκιμές. Για την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, η κίνηση εκλαμβάνεται ως δοκιμή ορίων: τυπικά εντός των κανόνων ειδοποίησης, ουσιαστικά όμως σε ευθεία αντίθεση με το αφήγημα αποπυρηνικοποίησης του Νότιου Ειρηνικού.
Τι σημαίνει η κίνηση για την ασφάλεια και την οικονομία της περιοχής;
Για την Καμπέρα και το Ουέλινγκτον, η δοκιμή ενισχύει την επιχειρηματολογία υπέρ του αμυντικού σχήματος AUKUS και της απόκτησης πυρηνοκίνητων υποβρυχίων από την Αυστραλία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις αμυντικές δαπάνες και τις βιομηχανικές συνεργασίες. Παράλληλα, αυξάνει την ανάγκη για επενδύσεις σε ανθυποβρυχιακά συστήματα, δορυφορική επιτήρηση και κυβερνοασφάλεια, δημιουργώντας νέο κύκλο ζήτησης για την αμυντική βιομηχανία της Δύσης και της Ασίας.
Σε επίπεδο θαλάσσιου εμπορίου, κάθε κίνηση που αυξάνει τον κίνδυνο στρατιωτικού επεισοδίου στον Νότιο Ειρηνικό μεταφράζεται σε υψηλότερα ασφάλιστρα μεταφοράς και αυξημένο κόστος για τις ναυτιλιακές, ιδίως σε διαδρομές που συνδέουν Ασία, Αμερική και Ωκεανία. Οι χώρες του Ειρηνικού, που ήδη βρίσκονται στο επίκεντρο ανταγωνισμού για λιμένες, υποδομές και ορυκτούς πόρους, καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε κινεζικές επενδύσεις και δυτικές ανησυχίες για στρατηγική εξάρτηση.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η ένταση στον Νότιο Ειρηνικό ενισχύει τη σημασία της ναυτιλιακής στρατηγικής και της διαφοροποίησης διαδρομών, καθώς μεγάλο μέρος του ελληνόκτητου στόλου δραστηριοποιείται σε γραμμές Ασίας–Αμερικής. Η άνοδος των ασφαλίστρων κινδύνου σε περιοχές αυξημένης έντασης μπορεί να συμπιεσει τα περιθώρια κέρδους ή να οδηγήσει σε ανατιμήσεις ναύλων, με έμμεσο αντίκτυπο στο παγκόσμιο εμπόριο και στις εισαγωγές της ΕΕ.
Σχόλιο
: Η κίνηση του Πεκίνου δείχνει ότι ο στρατηγικός ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας μετατοπίζεται σταθερά προς τον έλεγχο των θαλάσσιων διαδρόμων και των υποβρύχιων πυρηνικών δυνάμεων, κάτι που αφορά άμεσα μια χώρα με το μέγεθος και τη σημασία της ελληνικής ναυτιλίας. Η Αθήνα οφείλει να ενισχύσει τη συμμετοχή της σε ευρωπαϊκούς και νατοϊκούς διαλόγους για τη θαλάσσια ασφάλεια, αξιοποιώντας το συγκριτικό πλεονέκτημα του στόλου της αλλά και θωρακίζοντας την οικονομία της απέναντι σε νέους κύκλους γεωπολιτικής αστάθειας.
Διαβάστε επίσης:
Ιαπωνία προειδοποιεί την Κίνα και καλεί σε επανεξέταση δοκιμής
Κίνα: Το Πολεμικό Ναυτικό ανακοινώνει δοκιμή πυρηνικού πυραύλου






