Εντείνονται, αυτή την περίοδο, οι διεργασίες και οι διαβουλεύσεις για τους νέους όρους του Δημοσιονομικού Συμφώνου της Ευρωζώνης. Η παλιά, σχεδόν από τη σύσταση της κοινής Ευρώπης, μάχη ανάμεσα στους υποστηρικτές της σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής (λέγε με Γερμανία) με τα εργαλεία της λιτότητας και της σταθερής μείωσης του χρέους, και από την άλλη τους πολέμιους της με επιχειρηματολογία υπέρ του περιθωρίου χαλάρωσης προς χάριν της ανάπτυξης (κράτη του νότου) αναβιώνει εκ νέου, στο περιθώριο πολέμων, ακρίβειας και ενεργειακής κρίσης.
Οι μέχρι τώρα απόπειρες συμβιβασμού έχουν πέσει στο κενό και τα βλέμματα είναι στραμμένα στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών Γερμανίας και Γαλλίας πριν τη συνεδρίαση-σταθμό του Ecofin στις αρχές Δεκεμβρίου.
Από την 1η Ιανουαρίου 2024 προβλέπεται η επαναφορά των κανόνων για τη μείωση χρέους και ελλείματος στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, καθώς λήγει η έκτακτη συμφωνία λόγω COVID, που επίτρεψε την αύξηση δαπανών για την αντιμετώπιση της πανδημίας, όπως προβλέπεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας. Ωστόσο τα μέλη της ζώνης έχουν συναποφασίσει ρεαλιστικές μεταρρυθμίσεις για να ξανασταθεί στα πόδια της η ευρωπαϊκή οικονομία.

Εδώ και μήνες, επανεκκίνησε το ζήτημα, με τη Γερμανία να προσέρχεται με τη γνωστή «σκληρή» γραμμή της εκπροσωπώντας και τα κράτη-δορυφόρους της, περί δημοσιονομικής πειθαρχίας μέσω ενός κανόνα χρέους για όλους, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κάθε χώρα. Έτσι επιμένει στην ελάχιστη μείωση του χρέους ανά έτος βάσει του ΑΕΠ στο κάθε κράτος, σε όσες περιπτώσεις ξεπερνά το 60%. Στην γερμανική πρόταση αντέδρασαν Γαλλία και Ιταλία, εκπροσωπώντας επί της ουσίας και τις άλλες χώρες που βαρύνονται από υψηλά ελλείμματα, όπως η Ελλάδα, ζητώντας μεγαλύτερη ευελιξία στη δημοσιονομική πολιτική από το κάθε κράτος και με στόχο την ανάπτυξη. Παράλληλα έχει ανοίξει συζήτηση και για το περιθώριο της μη καταγραφής δαπανών στο δημόσιο χρέος που αφορούν είτε τις σύγχρονες απαιτήσεις, όπως είναι η ψηφιακή μετάβαση, η πράσινη ενέργεια κλπ, είτε την άμυνα και την ασφάλεια λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Στο πλαίσιο της ισπανικής προεδρίας στην Ε.Ε. μέχρι το τέλος του έτους, η προεδρεύουσα στα Ecofin υπουργός Οικονομικών της Ισπανίας, Νάντια Καλβίνο κατέθεσε μια συμβιβαστική πρόταση «ήπιας προσαρμογής», που εμπεριέχει εγγυήσεις και διασφαλίσεις για τη συγκράτηση των ελλειμάτων αλλά περιλαμβάνει και δημοσιονομική ευελιξία στα κράτη που τηρούν τα συμπεφωνημένα και έχουν τιθασεύσει έλλειμα και χρέος, βάσει των στοιχείων των τελευταίων ετών της Eurostat. Στην ισπανική πρόταση προβλέπεται το έλλειμμα να είναι κάτω του 3% του ΑΕΠ, ορίζεται δεκαετής διάρκεια και απ’ ότι φαίνεται αποτελεί βάσει συζήτησης Βερολίνου και Παρισιού.

Στο πνεύμα της ισπανικής πρότασης και ο Επίτροπος Οικονομικών, ο Ιταλός Πάολο Τζεντιλόνι που εισηγήθηκε μια «μεταβατική περίοδο προσαρμογής» για τα κράτη, μετά τη συμφωνία.
Από την πλευρά της η Γαλλία φέρεται διατεθειμένη να εξαντλήσει το περιθώριο διαλόγου με τη Γερμανία. Ο υπουργός Οικονομικών Μπρούνο Λεμέρ έχει επιμείνει στην ισορροπία χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και επενδύσεων-δαπανών για την πράσινη μετάβαση, τη ψηφιακή κάλυψη και την άμυνα, απαραίτητα συστατικά ώστε η Ευρώπη να ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ως οικονομική υπερδύναμη. Το πνεύμα των γαλλικών προτάσεων ικανοποιεί και παραδοσιακές συμμάχους της Γερμανίας, όπως η Ολλανδία, καθώς όλες οι οικονομίες της Ευρωζώνης, και η γερμανική, ταλανίζονται από την ύφεση και τους χαμηλούς δείκτες παραγωγής. «Εργαζόμαστε σκληρά με τον Κριστιάν και τη γερμανική ομάδα. Θα ταξιδέψω στο Βερολίνο για να λύσουμε περαιτέρω δυσκολίες και προβλήματα» είπε ο Λεμέρ αναφερόμενος στον Κ. Λίντνερ, υπουργό Οικονομίας της κυβέρνησης Σολτς.
Αθήνα: Με τη Γαλλία αλλά καλύπτουμε και τις απαιτήσεις του γερμανικού μοντέλου
Στην Καραγιώργη Σερβίας παρακολουθούν τη γαλλογερμανική διελκυστίνδα, ευελπιστώντας πως θα περάσει μια συμβιβαστική πρόταση σαν της Ισπανίας, που θα αφήνει περιθώριο ευελιξίας και δεν θα είναι απόλυτο στον κανόνα του 1% στην ετήσια μείωση του χρέους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να περάσει αυτόν τον πήχη. Ωστόσο, με ένα πιο εξειδικευμένο σύστημα για κάθε χώρα, που θα λαμβάνει υπόψη και τον οικονομικό κύκλο της αφού υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες, θα υπάρξει περαιτέρω ανάπτυξη και θα είναι διαχειρίσιμες και οι χρόνιες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας.
Οι διακηρυγμένοι στόχοι που συμφωνούν κυβέρνηση, ΤτΕ, κοινωνικοί φορείς είναι διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας μέχρι και το 2025, απορρόφηση κονδυλίων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στο οικονομικό μοντέλο, περαιτέρω προσέλκυση επενδύσεων και αύξηση των εξαγωγών.
Για φέτος αναμένεται μείωση του χρέους της τάξης του 55% στον λόγο χρέους/ΑΕΠ, κάτω από το 160% του ΑΕΠ συνολικά. Παράλληλα η ελληνική πλευρά θέλει η διαπραγμάτευση να καταλήξει και στη μη καταγραφή των δαπανών για ενεργειακή αναπροσαρμογή μέσω πράσινων πηγών, για ψηφιακή μετάβαση, για κάλυψη ζημιών από φυσικές καταστροφές λόγω κλιματικής αλλαγής και βέβαια τουλάχιστον ένα μέρος του κόστους που αφορά στην άμυνα και την ασφάλεια, λόγω της τεταμένης περιόδου στην περιοχή. Ένα σημαντικό βήμα, προκειμένου να αισιοδοξεί η Αθήνα, αναμένεται την προσεχή Παρασκευή στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών Γαλλίας και Γερμανίας.







