Σε μια ιστορική ψηφοφορία, που πέρασε στα «ψιλά» της ειδησεογραφίας, το ευρωκοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της τροποποίησης των ιδρυτικών συνθηκών της ΕΕ, βάσει έκθεσης της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, επί της ουσίας, όμως, βάσει των «θέλω» του Βερολίνου. Η σημαντικότερη τροποποίηση, υπέρ των «μεγάλων» της Ευρώπης και σε βάρος των «μικρών» αφορά στην κατάργηση του δικαιώματος της αρνησικυρίας από ένα κράτος-μέλος σε μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την κατάργηση δηλαδή του βέτο. Μια εξέλιξη ιδιαιτέρως ανησυχητική για τη χώρα μας, τόσο σε ό,τι αφορά στην εξωτερική πολιτική, την άμυνα και την ασφάλειά της μέσω ΕΕ, όσο και ενόψει της αναδιάρθρωσης του δημοσιονομικού συμφώνου. Κι όμως, το σχετικό άρθρο το καταψήφισαν μόνο 5 από τους 21 Έλληνες ευρωβουλευτές…

Οι κύριες προτεινόμενες αλλαγές περιλαμβάνουν την εγκατάλειψη της αρχής της ομοφωνίας στις ψηφοφορίες στο Συμβούλιο της ΕΕ σε 65 τομείς, με αντικατάσταση από την αρχή της σχετικής πλειοψηφίας, και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα κράτη-μέλη σε επίπεδο Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας δύο νέων αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της ΕΕ στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας (άρθρο 3 ΣΛΕΕ) και σημαντική διεύρυνση των κοινών αρμοδιοτήτων, που θα κάλυπτει επτά νέους τομείς: εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, προστασία των συνόρων, δημόσια υγεία, πολιτική άμυνα, βιομηχανία και εκπαίδευση. Παράλληλα προτείνεται η μείωση στη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα 15 μέλη, που σημαίνει πως δεν θα εκπροσωπείται η κάθε χώρα-μέλος από τον δικό της «εθνικό» επίτροπο.
Τις συνολικά 267 (!) αλλαγές και στις δύο θεμελιώδεις συνθήκες – τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) του Μάαστριχτ και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) της Λισαβώνας έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους οι πέντε μεγάλες πολιτικές ομάδες του ευρωκοινοβουλίου (ΕΛΚ, Σοσιαλδημοκράτες, Φιλελεύθεροι, Πράσινοι και Ευρωπαϊκή Αριστερά), κατόπιν πολύχρονης -και αθέατης στο ευρύ κοινό- διαπραγμάτευσης.
«Εξόντωση» των μικρών, εκχώρηση μέρους της ανεξαρτησίας
Η σημαντική ψηφοφορία στην ευρωβουλή πέρασε απαρατήρητη εν μέσω του ελληνοβρετανικού «πολέμου» για τα Γλυπτά του Παρθενώνα αλλά και τις εξελίξεις γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το αποτύπωμα, όμως, αυτής της ψηφοφορίας που με 291 «ναι» έναντι 274 «όχι» «ψαλιδίζει» ένα μέρος της ανεξαρτησίας των κρατών της Ένωσης, θα μείνει ανεξίτηλο τις επόμενες δεκαετίες.
Το πιο σημαντικό, βεβαίως, αφορά στην άρση του δικαιώματος ενός κράτους μέλους να ασκήσει βέτο σε μια απόφαση των Βρυξελλών. Βάσει των όσων ισχύουν μέχρι σήμερα, η ομοφωνία σε μια απόφαση του Συμβουλίου απαιτείται στα εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα που αφορούν:
⦁ Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας
⦁ Πολιτικά Δικαιώματα και ζητήματα ιθαγένειας
⦁ Ενταξιακή προοπτική κρατών εκτός Ε.Ε.
⦁ Φορολογία και Οικονομία (ίδιοι πόροι, πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο).
⦁ Κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία
Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως μια σειρά από τα παραπάνω θέματα σχετίζονται με αυτά που «καίνε» την Ελλάδα, όπως είναι τα ελληνοτουρκικά αλλά και οι σχέσεις μας με άλλες υπό ένταξη χώρες της περιοχής μας (Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία), το μεταναστευτικό αλλά και το Δημοσιονομικό Πλαίσιο σταθερότητας που πλέον αλλάζει. Για να γίνει πιο κατανοητό, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να ασκήσει βέτο αν, για παράδειγμα, η Γερμανία θέλει να περάσει μέσω Βρυξελλών την αγορά πολεμικού εξοπλισμού ευρωπαϊκής συμπαραγωγής από την Τουρκία ή αν μια σύμπραξη χωρών του Βορρά, εκπροσωπώντας επιχειρηματικά συμφέροντα, ζητήσει την fast track ένταξη της Αλβανίας στην Ε.Ε. ώστε να εμφιλοχωρήσουν στην Αλβανική Ριβιέρα.
Είναι τοις πάσι γνωστό πως τη διαδικασία κατάργησης του βέτο επιζητούσε διακαώς η Γερμανία εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Ο Σόιμπλε ήταν αυτός που είχε αρχίσει την «μουρμούρα» για τη φορολογική πολιτική του Λουξεμβούργου, που εξασφάλιζε συνθήκες… παραδείσου για χιλιάδες Γερμανούς, την οποία δεν μπορούσε να «πειράξει» σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με τις προωθούμενες τροποποιήσεις αυτό αλλάζει. Ισχυρά λόμπι, μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα και κράτη με επιρροή μπορούν να «συνασπιστούν» και να περάσουν όποια αλλαγή θέλουν σε οποιοδήποτε επίπεδο, από το δικαίωμα επιλογής στους μετανάστες που θα φιλοξενήσει μια χώρα μέχρι το ποιο κράτος θα περάσει την πόρτα της Ένωσης.
«Η Γερμανία «πατά» στο ότι δεν μπορεί να ορίζει την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Τουρκία η Κύπρος, ή απέναντι στη Ρωσία, έναν σημαντικό εταίρο, η Πολωνία και οι βαλτικές χώρες» είχε σημειώσει εύστοχα ο διεθνολόγος Κ. Φίλης πριν δυο χρόνια, όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Χ. Μάας άνοιγε επισήμως το θέμα της αναθεώρησης των συνθηκών της Ε.Ε.
Αντιδράσεις σημειώθηκαν από πολλές πλευρές και πολλές χώρες. Εξάλλου το αποδεικνύει και η σχεδόν ισοψηφία στο αποτέλεσμα. «Η σχεδόν πλήρης εξάλειψη του δικαιώματος βέτο σε 63 περιπτώσεις οδηγεί σε συνταγματικό πραξικόπημα, με στόχο τη δημιουργία ενός δυστοπικού υπερκράτους στη θέση της Ένωσης και την υποβάθμιση των κρατών μελών στο καθεστώς των περιφερειών. Αυτό γίνεται με το ψεύτικο πρόσχημα της προετοιμασίας για επέκταση, όπου το μόνο σημαντικό δικαίωμα αρνησικυρίας που απομένει σχετίζεται με την ένταξη νέων κρατών. Είναι τα Ιμαλάια της υποκρισίας», εκτίμησε ο Πολωνός Σάρουτς Βόλσκι από τους Ευρωπαίους Συντηρητικούς.
Από τους 21 ευρωβουλευτές μας, μόνο πέντε καταψήφισαν την κατάργηση του βέτο, η Ελ. Βόζεμπεργκ της ΝΔ, ο Ν. Παπανδρέου του ΠΑΣΟΚ, οι Αλαβάνος και Παπαδάκης του ΚΚΕ και ο Μ. Φράγκος της Ελληνικής Λύσης. Απόντες ήταν οι Ζαγοράκης, Κόκκαλης, Κούλογλου, Κωνσταντίνου και Λαγός και οι υπόλοιποι συντάχθηκαν με την πλειοψηφία…
Η χώρα μας είχε ασκήσει τρεις φορές βέτο σε ευρωπαϊκές αποφάσεις
Η πρώτη επί Ανδρέα Παπανδρέου, επ’ αφορμής των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, ασκώντας βέτο στην ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην ΕΟΚ. Η δεύτερη το 1999 με πρωθυπουργό Κ. Σημίτη όταν άσκησε βέτο στην απόφαση των «15» για μη ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. αν δεν λυθεί το Κυπριακό. Και η τρίτη, επί Κώστα Καραμανλή, όταν η χώρα μας άσκησε βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στην Ε.Ε.. λίγο αργότερα από το πρώτο βέτο του Βουκουρεστίου για την ένταξη στο ΝΑΤΟ.







