Η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις και η πρώτη άμεση στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ νοτίως της Διώρυγας του Παναμά ανοίγουν ένα νέο, αχαρτογράφητο κεφάλαιο στη διεθνή τάξη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και οι αντιδράσεις από Λατινική Αμερική, Ευρώπη, Ρωσία και Κίνα θα κρίνουν εάν η κίνηση Τραμπ θα παγιωθεί ως νέο πρότυπο «νομιμότητας» ή ως επικίνδυνο προηγούμενο.
Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, με την αιφνιδιαστική απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από ειδικές δυνάμεις, συνιστά το πιο ριζοσπαστικό βήμα της προεδρίας Τραμπ στη Λατινική Αμερική. Πρόκειται για την πρώτη άμεση επιχείρηση νοτίως της Διώρυγας του Παναμά, μια κίνηση που ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου παρουσιάζει ως υπέρβαση του Δόγματος Μονρόε, αλλά η οποία ανοίγει σοβαρά ερωτήματα για τη νέα διεθνή νομιμότητα.
Η έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αναμένεται να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για τη στάση των μεγάλων δυνάμεων: αν θα αποδεχθούν σιωπηρά ένα τετελεσμένο ή αν θα επιχειρήσουν να θέσουν όρια στην αμερικανική μονομέρεια.
Ρωσία, Κίνα και Λατινική Αμερική απέναντι στην Ουάσινγκτον
Η πρώτη γραμμή αντίδρασης διαμορφώνεται από τις δυνάμεις που ανταγωνίζονται ευθέως τις ΗΠΑ. Πεκίνο και Μόσχα καταδικάζουν απερίφραστα την απαγωγή Μαδούρο και ζητούν την άμεση απελευθέρωσή του, επενδύοντας πολιτικά στο επιχείρημα της κατάφωρης παραβίασης του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας.
Παράλληλα, κεντροαριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής – Βραζιλία, Μεξικό, Κολομβία – διαβάζουν στην κίνηση Τραμπ μια δυνητική απειλή για ολόκληρη την ήπειρο. Η ρητορική τους περί «συσπείρωσης της Λατινικής Αμερικής» δείχνει φόβο για επαναφορά μιας επιθετικής εκδοχής της αμερικανικής ηγεμονίας, όπου η αλλαγή καθεστώτων μπορεί να επιβάλλεται στρατιωτικά.
Στον αντίποδα, Ουκρανία, Ισραήλ, αλλά και οι δεξιές κυβερνήσεις της Αργεντινής του Χαβιέρ Μιλέι και του Εκουαδόρ του Ντανιέλ Νομπόα χαιρετίζουν ενθουσιωδώς την επιχείρηση, στοιχιζόμενες με την Ουάσινγκτον και επενδύοντας στη στρατηγική τους σχέση με τον Τραμπ.
Διχασμένη Ευρώπη και ο κίνδυνος «επιλεκτικής νομιμότητας»
Η Ευρώπη εμφανίζεται βαθιά αμφίθυμη. Βρετανία, Ελλάδα και Γερμανία, μέσω των ηγετών τους, εκφράζουν κυρίως την απαρέσκειά τους προς το καθεστώς Μαδούρο, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο το ζήτημα της παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Έτσι, εμμέσως προσφέρουν πολιτική κάλυψη στην Ουάσινγκτον, ακόμη κι αν δεν υιοθετούν ρητά την επέμβαση.
Οι Βρυξέλλες και ο Εμανουέλ Μακρόν επιμένουν περισσότερο στη ρητορική μιας «συμπεριληπτικής μετάβασης» στο Καράκας, αναζητώντας ρόλο μεσολαβητή. Η Ισπανία, με τα ιστορικά της δεσμά στη Λατινική Αμερική, κρατά την πιο απορριπτική στάση, παρότι δεν είχε αναγνωρίσει την επανεκλογή Μαδούρο. Αντίθετα, η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία φτάνει να χαρακτηρίσει την αμερικανική ενέργεια «νόμιμη» και «αμυντικού χαρακτήρα», προσθέτοντας ωστόσο –σε μια τυπικά ευρωπαϊκή αντίφαση– ότι η εξωτερική στρατιωτική δράση δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για την ανατροπή ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Ανατολικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως της Πολωνίας, της Ρουμανίας και της Τσεχίας, αποφεύγουν τη μεγάλη πολιτική συζήτηση, περιορίζοντας τη ρητορική τους στην προστασία των υπηκόων τους στη Βενεζουέλα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μωσαϊκό αντιδράσεων που ενισχύει την εικόνα μιας Ευρώπης χωρίς ενιαία γραμμή σε ζητήματα σκληρής ισχύος.
Το σχέδιο Τραμπ: πετρέλαιο, «άρβυλα στο έδαφος» και η επόμενη μέρα στο Καράκας
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η εικόνα του Μαδούρο να περιφέρεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης «εν είδει ρωμαϊκού θριάμβου» προκαλεί και ενθουσιασμό και αντιδράσεις. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κρις Βαν Χόλεν συνοψίζει τη σκληρή κριτική: «Ουσιαστικά, ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι όλα όσα έχει πει μέχρι σήμερα ήταν μια ιστορία συγκάλυψης για το σχέδιό του να καταλάβει τη Βενεζουέλα και να τη διοικήσει προς όφελος των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών και των δισεκατομμυριούχων φίλων του».
Παρά τη ρητορική περί «άρβυλων επί του εδάφους», ο Τραμπ αποφεύγει μέχρι στιγμής μια μαζική χερσαία παρουσία. Αντ’ αυτού, διαμορφώνει ένα ιδιόμορφο μοντέλο: δεν αναθέτει ρόλο στην παραδοσιακή αντιπολίτευση του μπολιβαριανού καθεστώτος, αλλά στηρίζεται στην υφιστάμενη κυβερνητική δομή για να διασφαλίσει την τάξη και, κυρίως, να ανοίξει τον ενεργειακό τομέα της χώρας στα αμερικανικά συμφέροντα.
Κεντρικό πρόσωπο της «επόμενης μέρας» αναδεικνύεται η αντιπρόεδρος και νυν εκτελούσα καθήκοντα προέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες. Με σπουδές στη Γαλλία και φήμη «οικονομικώς εγγράμματης», έχει συνδεθεί με τη μερική δολαριοποίηση της βενεζολάνικης οικονομίας το 2019. Παρά τις πιέσεις, επιμένει δημόσια ότι ο Μαδούρο παραμένει ο μόνος νόμιμος ηγέτης και ότι οι εντολές του για αντίσταση ισχύουν, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην εσωτερική νομιμοποίηση και τον εξωτερικό καταναγκασμό.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο αμερικανικού παρεμβατισμού, αλλά δοκιμασία για ολόκληρο το μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο κανόνων. Αν οι διεθνείς αντιδράσεις εξαντληθούν σε επιλεκτική ηθικολογία χωρίς θεσμικό αντίβαρο, η «νέα διεθνής νομιμότητα» θα γράφεται πλέον με όρους ισχύος και πρόσβασης σε υδρογονάνθρακες – με τη Λατινική Αμερική ξανά σε ρόλο πειραματόζωου.







