Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση έχει ικανοποιήσει τον πυρήνα των αιτημάτων των αγροτών και χαρακτηρίζει «στείρα» την άρνησή τους να προσέλθουν σε διάλογο. Την ίδια ώρα, τα μπλόκα κλιμακώνονται, αναδεικνύοντας το χάσμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πρωτογενή τομέα και την πολιτική ηγεσία.
Η κλιμάκωση των αγροτικών κινητοποιήσεων βρίσκει την κυβέρνηση να επιχειρεί πολιτική αντεπίθεση στο πεδίο της εικόνας και της αξιοπιστίας. Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Τσιάρας υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη ανταποκριθεί στην πλειονότητα των αιτημάτων των αγροτών, επιμένοντας πως η συνεχιζόμενη άρνηση συμμετοχής στον διάλογο είναι «στείρα και αντιπαραγωγική» και «αδικεί τον αγώνα τους».
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι υπάρχουν όρια ανοχής, ειδικά όταν η κοινωνία υφίσταται σοβαρή ταλαιπωρία από τους αποκλεισμούς δρόμων, επιχειρώντας έτσι να μεταφέρει μέρος της πίεσης από την κυβέρνηση προς τους αγρότες.
Το πακέτο μέτρων: ρεύμα, πετρέλαιο, ΕΛΓΑ και ενισχύσεις
Κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας είναι το κόστος παραγωγής. Ο κ. Τσιάρας στάθηκε ιδιαίτερα στο αγροτικό ρεύμα, υποστηρίζοντας ότι «δεν υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή χώρα που να επιδοτεί το αγροτικό ηλεκτρικό ρεύμα και να έχει θεσπισμένη χαμηλότερη τιμή». Προανήγγειλε μάλιστα περαιτέρω μείωση κάτω από τα 0,093 ευρώ ανά κιλοβατώρα, επιχειρώντας να παρουσιάσει την Ελλάδα ως ευρωπαϊκή εξαίρεση ευνοϊκής μεταχείρισης.
Για το αγροτικό πετρέλαιο, αναγνώρισε στρεβλώσεις στο τρέχον μοντέλο κατανομής ποσοτήτων, παραδεχόμενος ότι «κάποιες καλλιέργειες αδικούνται και κάποιες άλλες ευνοούνται». Εξήγγειλε εξορθολογισμό σε συνεργασία με τους αγρότες πριν τις δηλώσεις ΟΣΔΕ, ενώ τόνισε ότι το αίτημα για επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στην αντλία «ικανοποιείται».
Παράλληλα, ανέφερε ότι ικανοποιείται και το αίτημα για αποζημιώσεις 100% από τον ΕΛΓΑ, θέτοντας όμως ως οροφή τα όρια που θέτει η Κοινή Αγροτική Πολιτική για τις κρατικές ενισχύσεις. Για το βαμβάκι, όπου οι τιμές παραμένουν χαμηλές, υπενθύμισε ότι έχουν δοθεί ειδικές ενισχύσεις ώστε να συγκρατηθεί το εισόδημα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Μέτρο 23, το οποίο χαρακτήρισε «έμμεση εισοδηματική στήριξη» που «δεν αποτελούσε υποχρέωση της κυβέρνησης», αλλά πολιτική επιλογή, επιχειρώντας να αναδείξει ότι μέρος των ενισχύσεων ξεπερνά τις τυπικές δεσμεύσεις.
Δομικό πρόβλημα στον πρωτογενή τομέα και ευρωπαϊκές προκλήσεις
Ο κ. Τσιάρας προσπάθησε να μεταφέρει τη συζήτηση από τη συγκυρία στη δομή, σημειώνοντας ότι τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα «δεν είναι συγκυριακά ούτε αφορούν μόνο τη σημερινή κυβέρνηση». Έθεσε ως κρίσιμο ζητούμενο τη συνολική αναδιοργάνωση της ελληνικής γεωργίας, με έμφαση στην ανταγωνιστικότητα και την προσαρμογή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές προκλήσεις, φέρνοντας ως παράδειγμα τη συμφωνία Mercosur και τις αναγκαίες «ασφαλιστικές δικλείδες» για την προστασία της ευρωπαϊκής –και ελληνικής– παραγωγής. Επισήμανε ότι σε τόσο κρίσιμα ζητήματα «είναι κρίμα να μην έχουμε κοινή θέση», ζητώντας ενιαία εθνική στάση και ουσιαστικό διάλογο, όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και απέναντι στις Βρυξέλλες.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι «η κυβέρνηση παίζει με ανοιχτά χαρτιά», έχει επιδείξει «υπομονή και σεβασμό» και διατηρεί ανοιχτή την πρόσκληση για διάλογο, αφήνοντας αιχμές ότι πλέον «οι δικαιολογίες για να μην προσέρχεται κανείς δεν υπάρχουν».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κυβέρνηση οικοδομεί αφήγημα γενναιόδωρων παρεμβάσεων και «ευρωπαϊκής εξαίρεσης» σε ρεύμα και πετρέλαιο, όμως η επιμονή των αγροτών στα μπλόκα δείχνει βαθιά κρίση εμπιστοσύνης και φόβο για το μεσοπρόθεσμο εισόδημά τους. Χωρίς διαφανή κοστολόγηση των μέτρων, σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των παραγωγών στον επανασχεδιασμό του μοντέλου, ο διάλογος κινδυνεύει να μείνει επικοινωνιακή άσκηση, ενώ η κοινωνική κόπωση από τους αποκλεισμούς μετατρέπεται σε πολιτικό ρίσκο για την κυβέρνηση.







