Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η χειμερινή εκπτωτική περίοδος, με τα εμπορικά καταστήματα να έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν προαιρετικά τις δύο πρώτες Κυριακές. Το αυστηρό πλαίσιο για την αναγραφή τιμών και τις εκπτώσεις δημιουργεί ένα πεδίο εντατικού ανταγωνισμού, αλλά και αυξημένων ευθυνών για τους εμπόρους.
Η χειμερινή εκπτωτική περίοδος, που διαρκεί έως την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου, αποτελεί για το λιανεμπόριο μια κρίσιμη φάση ανάκτησης τζίρου μετά τις γιορτές αλλά και σε ένα περιβάλλον επίμονης ακρίβειας. Στο πλαίσιο αυτό, τα εμπορικά καταστήματα έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν προαιρετικά τις δύο πρώτες Κυριακές των εκπτώσεων, στις 18 και 25 Ιανουαρίου, επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσουν την αυξημένη κίνηση και τον ελεύθερο χρόνο των καταναλωτών.
Η προαιρετικότητα, ωστόσο, υπογραμμίζει τις διαφοροποιήσεις εντός της αγοράς: μεγάλες αλυσίδες και εμπορικά κέντρα τείνουν να αξιοποιούν στο έπακρο το διευρυμένο ωράριο, ενώ μικρότερες επιχειρήσεις σταθμίζουν το κόστος λειτουργίας με το προσδοκώμενο όφελος.
Το αυστηρό πλαίσιο για τις τιμές και τις εκπτώσεις
Η Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας υπενθυμίζει ένα πλέγμα κανόνων που πλέον δεν είναι τυπική λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμος παράγοντας συμμόρφωσης και αποφυγής προστίμων. Βασική υποχρέωση είναι η ευκρινής αναγραφή τόσο της αρχικής όσο και της νέας μειωμένης τιμής στα σημεία πώλησης, με αναφορά στην κατάλληλη μονάδα μέτρησης ανά προϊόν.
Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί ο ορισμός της «προγενέστερης τιμής», πάνω στην οποία υπολογίζεται το ποσοστό της έκπτωσης. Για προϊόντα που κυκλοφορούν πάνω από 30 ημέρες, προγενέστερη θεωρείται η χαμηλότερη τιμή των τελευταίων τουλάχιστον 30 ημερών. Για νέα προϊόντα, κάτω των 30 ημερών στην αγορά, λαμβάνεται η χαμηλότερη τιμή του προηγούμενου 10ημέρου. Στις προοδευτικές μειώσεις, σημείο αναφοράς είναι η τιμή πριν από την πρώτη μείωση.
Παράλληλα, επιτρέπεται η εμπορική επικοινωνία ποσοστών έκπτωσης, με ειδικούς κανόνες: όταν μειωμένες τιμές εφαρμόζονται σε πάνω από το 60% των ειδών, πρέπει να αναγράφεται το συνολικό ποσοστό ή το εύρος εκπτώσεων («από …% έως …%»). Διαφορετικά, οι επιχειρήσεις οφείλουν να διευκρινίζουν ότι οι εκπτώσεις αφορούν επιλεγμένα είδη.
Stock, outlet και πρόστιμα για παραπλάνηση
Ιδιαίτερο καθεστώς ισχύει για τα καταστήματα stock ή outlet, τα οποία υποχρεούνται να εμφανίζουν στις πινακίδες την παλαιά τιμή διαγραμμένη και τη νέα μειωμένη τιμή με σαφή διάκριση. Στις περιόδους εκπτώσεων ή προσφορών, πρέπει να εμφανίζονται όλες οι ενδιάμεσες τιμές διαγραμμένες και με έντονη γραφή η τελική τιμή, ενώ στις διαφημιστικές αναφορές τους περιορίζονται σε όρους όπως «εκπτώσεις» και «προσφορές».
Το ρυθμιστικό πλαίσιο συνοδεύεται από αυστηρές κυρώσεις: ανακριβείς ή παραπλανητικές ανακοινώσεις εκπτώσεων ως προς ποσοστά, τιμές ή ποσότητες, ή κάθε μορφής απόκρυψη/παραπλάνηση, μπορούν να επιφέρουν πρόστιμα έως 2% του ετήσιου κύκλου εργασιών και πάντως όχι κάτω από 20.000 ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής μέσα σε πενταετία, το ανώτατο όριο διπλασιάζεται στο 4% του ετήσιου τζίρου.
Δικαιώματα καταναλωτών και ισορροπία στην αγορά
Οι καταναλωτές καλύπτονται από τη νομοθεσία με δικαίωμα αντικατάστασης ή επιστροφής σε περίπτωση ελαττωματικών προϊόντων, αλλά και προστασία από ψευδείς τιμές ή αθέμιτες πρακτικές. Στην πράξη, η περίοδος των εκπτώσεων λειτουργεί ως stress test για την αξιοπιστία του λιανεμπορίου: όσοι επενδύουν στη διαφάνεια και την ειλικρινή τιμολόγηση χτίζουν κεφάλαιο εμπιστοσύνης, ενώ οι παραβάτες κινδυνεύουν όχι μόνο με πρόστιμα αλλά και με φθορά φήμης.
Η κυριακάτικη λειτουργία, σε συνδυασμό με τις ισχυρές εκπτώσεις, αναμένεται να πιέσει περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους, αλλά και να επανακατανείμει μερίδια αγοράς υπέρ των πιο οργανωμένων σχημάτων λιανικής.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η χειμερινή εκπτωτική περίοδος εξελίσσεται σε πεδίο σκληρού ανταγωνισμού, όπου η μάχη δεν δίνεται μόνο στην τιμή αλλά και στην αξιοπιστία. Η αυστηροποίηση των κανόνων για τις εκπτώσεις μετατρέπει την παραπλανητική πρακτική από «έξυπνο τέχνασμα» σε σοβαρό επιχειρηματικό ρίσκο, ενώ η προαιρετική κυριακάτικη λειτουργία οξύνει τη διάκριση ανάμεσα σε ισχυρές αλυσίδες και μικρομεσαία καταστήματα. Σε μια αγορά που δοκιμάζεται από την ακρίβεια, η εμπιστοσύνη του καταναλωτή αναδεικνύεται στο πιο πολύτιμο άυλο περιουσιακό στοιχείο του λιανεμπορίου.







