Έναν χρόνο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει τον ρόλο του εγγυητή της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης και υιοθετεί απροκάλυπτα μια ωμή, ιμπεριαλιστική λογική ισχύος. Από τη στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα έως την αποχώρηση από διεθνείς οργανισμούς, η νέα αμερικανική στρατηγική αναδιαμορφώνει μακροπρόθεσμα το γεωπολιτικό τοπίο.
Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί μια ιστορική ρήξη με την αρχιτεκτονική ασφάλειας και συνεργασίας που οικοδομήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έναν μόλις χρόνο μετά την επιστροφή του στην προεδρία, οι ΗΠΑ δεν προσποιούνται πλέον ότι υπερασπίζονται «κανόνες» και «αξίες», αλλά δηλώνουν ανοιχτά ότι προτάσσουν τα στενά εθνικά τους συμφέροντα, ακόμη και με ωμή στρατιωτική ισχύ.
Στρατιωτική ισχύς ως εργαλείο ωμής γεωπολιτικής
Η πιο χαρακτηριστική τομή ήταν η επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου στη Βενεζουέλα, όπου αμερικανικές ειδικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο και τον μετέφεραν στις ΗΠΑ, σε μια ενέργεια που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 100 ανθρώπους. Η Ουάσινγκτον δεν επιχείρησε καν να ντύσει την επέμβαση με το γνώριμο λεξιλόγιο της «προώθησης της δημοκρατίας», αλλά την ενέταξε ευθέως στη στρατηγική ελέγχου των πετρελαϊκών πόρων της χώρας.
Παράλληλα, ο Τραμπ έχει απειλήσει με χρήση βίας τόσο αντιπάλους όσο και συμμάχους: από το Ιράν –όπου συνεχίζονται αντικυβερνητικές διαδηλώσεις– μέχρι τη Γροιλανδία, αυτόνομη περιοχή της Δανίας, την Κολομβία και το Μεξικό. Ακόμη κι όταν τελικά κάνει πίσω, όπως φαίνεται να συνέβη μετά τις συνομιλίες με τους ηγέτες Κολομβίας και Μεξικού, το μήνυμα είναι σαφές: οι ΗΠΑ θεωρούν τη στρατιωτική δράση νόμιμο, πρώτης γραμμής εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Αποδόμηση θεσμών και «πραγματιστικός ρεαλισμός»
Στο θεσμικό επίπεδο, η Ουάσινγκτον αποσύρεται συστηματικά από διεθνείς οργανισμούς και υπηρεσίες του ΟΗΕ, δηλαδή από το ίδιο πλέγμα θεσμών που δημιούργησε ως αρχιτέκτονας της μεταπολεμικής τάξης. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υποστηρίζει ότι πολλοί οργανισμοί υπηρετούν πλέον ένα «σχέδιο παγκοσμιοποίησης» βασισμένο στο ξεπερασμένο φάντασμα του «τέλους της ιστορίας».
Την ιδεολογική επένδυση αυτής της στροφής αναλαμβάνουν πρόσωπα όπως ο Στίβεν Μίλερ, ο οποίος μιλά για έναν «πραγματικό κόσμο που καθορίζεται από τη δύναμη και την εξουσία», και ο Τζάρεντ Κούσνερ, που περιγράφει τη νέα γραμμή ως «πραγματιστικό ρεαλισμό», όπου «τα συμφέροντα προτιμώνται έναντι των αξιών». Η ουσία είναι ότι η Ουάσινγκτον παύει να επικαλείται καθολικές αρχές και αναγνωρίζει απροκάλυπτα ότι λειτουργεί με κριτήριο το ισοζύγιο ισχύος και πόρων.
Αντιδράσεις συμμάχων και μακροπρόθεσμες συνέπειες
Η μεταστροφή αυτή ανησυχεί βαθιά τους Ευρωπαίους. Ο Εμανουέλ Μακρόν προειδοποιεί ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας εποχής «νέας αποικιοκρατίας και νέου ιμπεριαλισμού», με τις ΗΠΑ να απομακρύνονται από συμμάχους τους και να αποτινάσσουν κανόνες που οι ίδιες προωθούσαν. Ωστόσο, ακόμη και διπλωμάτες συμμαχικών χωρών αναγνωρίζουν ότι η παλιά παγκόσμια τάξη είχε πάψει να λειτουργεί, έστω κι αν όλοι προσποιούνταν το αντίθετο.
Η ερευνήτρια Μέλανι Σίσον του Brookings Institution σημειώνει ότι για δεκαετίες οι ΗΠΑ πετύχαιναν στόχους τους κυρίως μέσω συμμαχιών και θεσμών, χωρίς να χρειάζεται να κατακτούν ή να εισβάλλουν. Τώρα, όμως, η ανοιχτή προσφυγή στην ισχύ δημιουργεί προηγούμενο: και άλλες δυνάμεις είναι πιθανό να μιμηθούν την Ουάσινγκτον, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τους πολυμερείς μηχανισμούς. Ακόμη κι αν δεν δούμε «θεαματική» κατάρρευση της μεταπολεμικής τάξης, η σταδιακή αποσάθρωση και η νομιμοποίηση της ωμής ισχύος προδιαγράφουν έναν πιο κατακερματισμένο και επικίνδυνο κόσμο.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η δεύτερη προεδρία Τραμπ δεν είναι απλώς μια εκκεντρική παρένθεση, αλλά επιτάχυνση μιας μακράς τάσης αποδυνάμωσης της πολυμέρειας και επιστροφής στη γεωπολιτική των σφαιρών επιρροής. Για μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε ανάγκη ενίσχυσης περιφερειακών συμμαχιών και θεσμών – γιατί σε έναν κόσμο όπου η ισχύς υπερισχύει των κανόνων, η μόνη ασπίδα είναι η συλλογική ισχύς.







