Παρά τη σκληρή ρητορική και τις χιλιάδες νεκρούς διαδηλωτές στο Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ αποφεύγει μέχρι στιγμής να δώσει εντολή για νέο στρατιωτικό χτύπημα. Συνδυασμός στρατιωτικών περιορισμών, πολιτικού κόστους και αβεβαιότητας για τη «επόμενη μέρα» στη Τεχεράνη εξηγεί τον δισταγμό του Λευκού Οίκου.
Η κλιμάκωση της βίας κατά των διαδηλωτών στο Ιράν, με εκτιμήσεις για πάνω από 3.000 νεκρούς, δεν έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει τις ΗΠΑ σε νέα στρατιωτική επέμβαση. Παρά τις δημόσιες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν» και ότι η Ουάσιγκτον θα απαντήσει εάν η Τεχεράνη συνεχίσει τις εκτελέσεις, η πραγματικότητα στα παρασκήνια, όπως τη σκιαγραφεί η Washington Post, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Ο φόβος της επόμενης μέρας στην Τεχεράνη
Στον Λευκό Οίκο εξετάζεται ένα πλήρες φάσμα στρατιωτικών και μη στρατιωτικών επιλογών: από στοχευμένα πλήγματα κατά ηγετών των δυνάμεων ασφαλείας μέχρι αυξημένες κυρώσεις, κυβερνοεπιθέσεις και δράσεις για να σπάσει το μπλόκο της ιρανικής λογοκρισίας στο διαδίκτυο. Ωστόσο, πρώην αξιωματούχοι και πρόσωπα με πρόσβαση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφέρουν ότι ο Τραμπ εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτικός σε σχέση με πριν από τον αμερικανικό βομβαρδισμό των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων το 2025.
Τα βασικά επιχειρήματα κατά μιας νέας στρατιωτικής κίνησης είναι τρία: ο κίνδυνος επιχειρησιακής αποτυχίας ή «ατυχήματος» σε αποστολές υψηλού ρίσκου, ο φόβος ότι η κατάρρευση του καθεστώτος θα μπορούσε να φέρει ένα ακόμη πιο σκληρό ή χαοτικό Ιράν, και ο πολιτικός διχασμός στο εσωτερικό της βάσης του Τραμπ. Η προηγούμενη επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις είχε ήδη θεωρηθεί από μέρος των υποστηρικτών του ως απόκλιση από το δόγμα «America First», που υπόσχεται αποφυγή νέων πολέμων στη Μέση Ανατολή.
Στρατιωτικοί περιορισμοί και γεωπολιτικές προτεραιότητες
Παρά το ότι η ιρανική αεράμυνα έχει αποδυναμωθεί μετά από ισραηλινά πλήγματα και τον 12ήμερο πόλεμο του 2025, το Πεντάγωνο ανησυχεί έντονα για τα πιθανά αντίποινα. Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι θα στοχεύσει αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ σε περίπτωση νέας επίθεσης. Την ίδια στιγμή, σημαντικά μέσα ισχύος των ΗΠΑ έχουν μετακινηθεί εκτός περιοχής: το αεροπλανοφόρο «Gerald R. Ford» βρίσκεται πλέον στην Καραϊβική, ενώ άλλα δύο αεροπλανοφόρα επιχειρούν στον Ειρηνικό.
Αμερικανός αξιωματούχος αναφέρει ότι η Ουάσιγκτον «δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή τα μέσα στην περιοχή για μια πλήρη κινητική επίθεση χωρίς να διακινδυνεύσει σοβαρά αντίποινα». Η γεωπολιτική προτεραιότητα έχει μετατοπιστεί εν μέρει προς τη Βενεζουέλα –όπου οι ΗΠΑ ηγήθηκαν της επιχείρησης σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο– και προς την ανάσχεση Κίνας και Ρωσίας στον Ειρηνικό, περιορίζοντας τα διαθέσιμα εργαλεία για μια μετωπική σύγκρουση με το Ιράν.
Το πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ και τα περιθώρια της Τεχεράνης
Η ιρανική ηγεσία, σύμφωνα με την Washington Post, εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει κυρίως για να κερδίσει χρόνο, γνωρίζοντας ότι ο Τραμπ κινδυνεύει με ισχυρές αντιδράσεις από τη βάση του MAGA εάν ανοίξει ένα νέο μέτωπο πολέμου. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν πλέον διευρύνει τις απαιτήσεις τους πέρα από τα πυρηνικά, ζητώντας αποσυναρμολόγηση του ιρανικού προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων και τερματισμό της στήριξης σε οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερο έναν συμβιβασμό.
Αναλυτές, όπως ο Ali Vaez του Πανεπιστημίου Τζορτζτάουν, προειδοποιούν ότι η προσδοκία άμεσης κατάρρευσης του καθεστώτος είναι μη ρεαλιστική: το ιρανικό σύστημα «ξέρει να καταστέλλει, όχι να μεταρρυθμίζει». Η Ουάσιγκτον, έτσι, βρίσκεται μπροστά σε ένα γνώριμο δίλημμα: είτε θα κλιμακώσει την πίεση με αβέβαιο αποτέλεσμα, είτε θα ρισκάρει μια νέα, ασταθή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια και τις αγορές ενέργειας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Ο δισταγμός του Τραμπ δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά αποτύπωση του κόστους ενός ακόμη πολέμου σε μια ήδη υπερφορτωμένη αμερικανική ατζέντα: χωρίς ξεκάθαρη «επόμενη μέρα» στο Ιράν, χωρίς επαρκή στρατιωτική διάταξη στην περιοχή και με μια εκλογική βάση που κουράστηκε από τις επεμβάσεις, η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να αναζητήσει πιο σύνθετα –και λιγότερο θεαματικά– εργαλεία ισχύος.







