Η ρομαντική ελληνική φαντασίωση ότι «αν είχαμε για γείτονες τους Σουηδούς ή τους Δανούς όλα θα ήταν καλύτερα» αγνοεί μια σκληρή ιστορική πραγματικότητα: ο πόλεμος υπήρξε ο κανόνας και η ειρήνη η εξαίρεση, ακόμη και στη βόρεια Ευρώπη. Η αναδρομή από το Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν έως τον Μπίσμαρκ φωτίζει γιατί τα σημερινά «τύμπανα πολέμου» στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι ιστορικά αδιανόητα.
Η συζήτηση στην Ελλάδα για την ασφάλεια και τις σχέσεις με τους γείτονες συχνά καταλήγει σε ένα στερεότυπο: «τι καλά που θα ήταν να είχαμε για γείτονες τους Σουηδούς, τους Δανούς ή τους Ελβετούς». Η φράση λειτουργεί ως ψυχολογικό καταφύγιο κάθε φορά που κλιμακώνεται η ένταση στα Βαλκάνια ή στην Ανατολική Μεσόγειο και αναζωπυρώνονται ιστορικά πάθη. Ωστόσο, αυτή η σύγκριση στηρίζεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα της βόρειας Ευρώπης, αποκομμένη από τη δική της βίαιη ιστορία.
Η σχολική διδασκαλία, εστιασμένη κυρίως στο «κλέος των Ελλήνων», αφήνει συνήθως στο περιθώριο το γεγονός ότι, σε παγκόσμια κλίμακα, ο πόλεμος υπήρξε διαχρονικά ο κανόνας. Η ειρηνική συμβίωση λαών και κρατών είναι ιστορικά μια φωτεινή, αλλά καθόλου αυτονόητη εξαίρεση – και αυτό ισχύει εξίσου για τη Σκανδιναβία και την κεντρική Ευρώπη.
Από τη Σουηδική αυτοκρατορία στο «Κυπριακό του 19ου αιώνα»
Σήμερα η Σουηδία προβάλλεται ως πρότυπο ειρηνικής, κοινωνικά προοδευτικής χώρας. Για αιώνες όμως υπήρξε η ιμπεριαλιστική δύναμη του Βορρά, με στρατιωτικές εκστρατείες και επεκτατική πολιτική. Παράλληλα, Γαλλία και Βρετανία συγκρούονταν αδιάκοπα για την ηγεμονία στην Ευρώπη, θρησκευτικοί και δυναστικοί πόλεμοι ερήμωναν γερμανικά εδάφη, ενώ η Ισπανία έφτασε να καταλάβει τη σημερινή Ολλανδία. Η Ελβετία και το Λουξεμβούργο, που σήμερα συμβολίζουν σταθερότητα, δεν ήταν παρά φτωχές αγροτικές κοινωνίες, έρμαιο των συγκρούσεων των μεγάλων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν, μια εύφορη και στρατηγικής σημασίας περιοχή που συνδέει τη Βόρεια με τη Βαλτική Θάλασσα. Επί αιώνες ανήκε στη Δανία· σήμερα αποτελεί το βορειότερο κρατίδιο της Γερμανίας, με μειονοτικούς δανόφωνους θύλακες. Το ζήτημα του Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν, τόσο περίπλοκο ώστε ο Λόρδος Πάλμερστον να αστειεύεται ότι μόνο τρεις άνθρωποι το κατάλαβαν και ο ένας πέθανε, ο άλλος τρελάθηκε και ο ίδιος το ξέχασε, λειτούργησε ως «Κυπριακό του 19ου αιώνα».
Μπίσμαρκ, «δίκαιο του πολέμου» και σύγχρονες ψευδαισθήσεις
Τελικά, το ζήτημα δεν λύθηκε με διαπραγματεύσεις, αλλά «δια πυρός και σιδήρου» από τον Ότο φον Μπίσμαρκ. Ο πόλεμος με τη Δανία ήταν ο πρώτος από τους τρεις πολέμους που οργάνωσε η Πρωσία με στόχο την ενοποίηση της Γερμανίας, η οποία επιτεύχθηκε το 1871, συνοδευόμενη από βαριές αποζημιώσεις σε βάρος της Γαλλίας. Την εποχή εκείνη ο πόλεμος θεωρούνταν νόμιμο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αρκεί να τηρούνται οι κανόνες του τότε ισχύοντος «Δικαίου του Πολέμου».
Μετά τις ανείπωτες καταστροφές των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η ανθρωπότητα διακήρυξε ότι έγινε σοφότερη. Το σύστημα συλλογικής ασφάλειας του ΟΗΕ, η απαγόρευση χρήσης βίας και οι περιορισμένες εξαιρέσεις (αυτοάμυνα, αποφάσεις Συμβουλίου Ασφαλείας) αποτυπώνουν αυτή τη φιλοδοξία. Όμως η Ιστορία υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει «φυσικός νόμος» που να αποκλείει την εκδήλωση βίας σε οποιοδήποτε γεωγραφικό πλάτος – ούτε καν στις πιο φιλήσυχες γωνιές της Σκανδιναβίας.
Τα σημερινά «τύμπανα πολέμου» στη γειτονιά μας, από την Ανατολική Μεσόγειο έως τα Βαλκάνια, δείχνουν ότι η Ευρώπη δεν έχει απαλλαγεί οριστικά από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η νοσταλγία για «καλούς γείτονες» όπως οι Σουηδοί ή οι Δανοί μπορεί να λειτουργεί παρηγορητικά, αλλά δεν υποκαθιστά τη νηφάλια ανάλυση ισχύος, συμμαχιών και αποτρεπτικής στρατηγικής.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ελληνική δημόσια συζήτηση οφείλει να εγκαταλείψει τις εύκολες συγκρίσεις με ιδεατές βόρειες κοινωνίες και να αντιμετωπίσει τον γεωπολιτικό της περίγυρο με ρεαλισμό: η Ιστορία δεν εγγυάται την ειρήνη, την κερδίζουν μόνο όσοι επενδύουν σε ισχύ, συμμαχίες και ψύχραιμη διπλωματία.







