Στουρνάρας: Πρωτογενή πλεονάσματα, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις το τρίπτυχο για τη μετά–RRF εποχή

Τη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της επενδυτικής δυναμικής θέτει ως προϋποθέσεις ο Γιάννης Στουρνάρας ώστε η ελληνική οικονομία να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος βλέπει ανάπτυξη γύρω στο 2% έως το 2028, αλλά προειδοποιεί για επενδυτικό κενό, χαμηλή παραγωγικότητα και αυξανμένους γεωπολιτικούς κινδύνους.

Σε μια συνολική αποτίμηση της πορείας και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μίλησε για «εντυπωσιακές επιδόσεις» της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα κατέγραψε μια σειρά δομικών αδυναμιών που μπορούν να φρενάρουν τη σύγκλιση με την Ευρωζώνη.

Η ΤτΕ εκτιμά ότι ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ κινήθηκε γύρω στο 2,1% το 2025 και θα διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα το 2026, σημαντικά υψηλότερα από το περίπου 1,3% της Ευρωζώνης. Για το 2027–2028 προβλέπεται ανάπτυξη κοντά στο 2%, με κεντρικούς μοχλούς την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές.

Δημοσιονομική υπεραπόδοση και τραπεζική θωράκιση

Κατά τον κ. Στουρνάρα, η δημοσιονομική πολιτική παραμένει «συνετή και αποτελεσματική», με σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων αποδίδεται κυρίως στη βελτίωση της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης, μέσω ψηφιοποίησης και επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, γεγονός που δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για μόνιμα μέτρα από το 2026 χωρίς παραβίαση των ευρωπαϊκών κανόνων.

Παράλληλα, το τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται σημαντικά ενισχυμένο. Τα stress tests του 2025 επιβεβαίωσαν ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε στο 3,6%, επίπεδο συγκρίσιμο με τον μέσο όρο της Τραπεζικής Ένωσης. Η πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις κινείται κοντά στο 10% ετησίως και προς τα νοικοκυριά γύρω στο 2%, στηρίζοντας την επενδυτική δραστηριότητα.

RRF, επενδυτικό κενό και η «επόμενη μέρα»

Κεντρικός πυλώνας της αναπτυξιακής δυναμικής αναδεικνύεται το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η Ελλάδα έχει ήδη απορροφήσει περίπου το 65% των πόρων και υλοποιήσει σχεδόν το 50% των οροσήμων έως το τέλος του 2025, επίδοση ανώτερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το δανειακό σκέλος, το οποίο λειτουργεί ως μοχλός ιδιωτικών κεφαλαίων και στηρίζει εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια σε εξωστρεφείς και καινοτόμους κλάδους.

Αν και τα δάνεια του RRF θα έχουν συμβασιοποιηθεί έως το τέλος του 2026, οι εκταμιεύσεις θα συνεχιστούν μέχρι το 2029, περιορίζοντας τον κίνδυνο «γκρεμού» στην ανάπτυξη. Παράλληλα, το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αυξάνεται μόνιμα, ενώ το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2026–2029 και το επόμενο ΕΣΠΑ 2026+ εξασφαλίζουν σταθερή ροή πόρων για υποδομές, ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα και περιφερειακή ανάπτυξη.

Ωστόσο, ο διοικητής υπενθυμίζει ότι, παρά τη θεαματική αύξηση των επενδύσεων (από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε περίπου 17% το 2025), το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης (περίπου 21% του ΑΕΠ) παραμένει σημαντικό. Η ανάπτυξη, όπως τονίζει, «δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση», αλλά απαιτεί διαρκή ενίσχυση τόσο του φυσικού όσο και του ανθρώπινου κεφαλαίου, με έμφαση στην καινοτομία, την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.

Διαρθρωτικές αδυναμίες και γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Πέρα από τις επενδύσεις, ο κ. Στουρνάρας θέτει στο επίκεντρο τις μεταρρυθμίσεις: δικαιοσύνη, χωροταξία, δημόσια διοίκηση και γραφειοκρατία, ψηφιοποίηση του κράτους, εκπαίδευση–έρευνα–καινοτομία, αγορά εργασίας και αγορές προϊόντων. Αυτές, όπως υποστηρίζει, αυξάνουν την παραγωγικότητα και βελτιώνουν το επενδυτικό περιβάλλον, ακόμη κι αν ο αντίκτυπός τους καθυστερεί να φανεί στα στατιστικά.

Ταυτόχρονα, επισημαίνει πιο «βαθιά» δομικά προβλήματα: δυσμενές δημογραφικό, χαμηλή αποταμίευση νοικοκυριών, μικρό μέσο μέγεθος επιχειρήσεων, περιορισμένη εξαγωγική βάση, συγκέντρωση σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλή ένταση έρευνας και ανάπτυξης. Αυτοί οι παράγοντες περιορίζουν την ταχύτητα σύγκλισης με την Ευρωζώνη και καθιστούν κρίσιμο το 2026 ως σημείο καμπής.

Σε διεθνές επίπεδο, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί και ο κίνδυνος εμπορικού πολέμου, σε συνδυασμό με ενδεχόμενη διόρθωση στις αγορές –ιδίως στις ΗΠΑ–, μπορούν να πλήξουν τις ελληνικές εξαγωγές και τον τουρισμό, παρά τα έως τώρα ιστορικά ρεκόρ του κλάδου. Η ΤτΕ θεωρεί αναγκαία τη σταδιακή διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από εξωτερικά σοκ.

Πολιτική σταθερότητα ως «άυλο κεφάλαιο»

Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο διοικητής στην πολιτική σταθερότητα, την οποία χαρακτηρίζει «σημαντικότερο άυλο κεφάλαιο» της χώρας. Όπως σημειώνει, αυτή υπήρξε κλειδί για τη μακροοικονομική εξισορρόπηση, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και τις διαδοχικές αναβαθμίσεις από Moody’s, S&P και Fitch, που με τη σειρά τους ενίσχυσαν το τραπεζικό σύστημα και προσέλκυσαν επενδυτικά κεφάλαια σε μετοχές και ομόλογα.

Η επιτυχία της μετάβασης στη μετα–RRF εποχή, καταλήγει, θα κριθεί από τη σταθερότητα του οικονομικού πλαισίου, τη στοχευμένη αξιοποίηση των επενδυτικών πόρων, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, ώστε η Ελλάδα να συνεχίσει την πραγματική σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Σχόλιο SBCTV.gr: Η ομιλία Στουρνάρα λειτουργεί ως άτυπος «οδικός χάρτης» για την επόμενη τετραετία: αναγνωρίζει την πρόοδο, αλλά υπογραμμίζει ότι χωρίς βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές και ουσιαστική αναβάθμιση της παραγωγικότητας, η σημερινή υπεραπόδοση έναντι της Ευρωζώνης κινδυνεύει να αποδειχθεί συγκυριακή, ιδίως σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας.

#ελληνική_οικονομία #Στουρνάρας #ΤαμείοΑνάκαμψης #επενδύσεις

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.