Ο κύκλος εργασιών στο λιανεμπόριο αυξήθηκε μόλις 1,7% τον Νοέμβριο 2025 σε ετήσια βάση, εξέλιξη που υπολείπεται αισθητά του μέσου πληθωρισμού. Καθοριστικό «βαρίδι» αποτέλεσε η μεγάλη πτώση στα καύσιμα, ενώ καλύτερη εικόνα καταγράφουν τα είδη οικιακού εξοπλισμού και τα σούπερ μάρκετ.
Μήνυμα στασιμότητας της πραγματικής κατανάλωσης στέλνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το λιανεμπόριο τον Νοέμβριο 2025. Ο Γενικός Δείκτης Κύκλου Εργασιών αυξήθηκε μόλις κατά 1,7% σε σχέση με τον Νοέμβριο 2024, ποσοστό χαμηλότερο από τα μέσa επίπεδα πληθωρισμού, ενώ σε μηνιαία βάση σημείωσε κάμψη 1,2% έναντι Οκτωβρίου 2025.
Οριακή αύξηση σε τζίρο και όγκο πωλήσεων
Πίσω από τον ονομαστικό τζίρο, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο υποτονική. Ο Γενικός Δείκτης Όγκου –δηλαδή ο κύκλος εργασιών σε σταθερές τιμές– ενισχύθηκε μόλις κατά 0,3% σε ετήσια βάση, στοιχείο που δείχνει ότι η πραγματική ποσότητα των αγαθών που αγοράζουν τα νοικοκυριά ουσιαστικά παραμένει στάσιμη. Σε σχέση με τον Οκτώβριο 2025, ο όγκος πωλήσεων μειώθηκε κατά 1%.
Τα εποχικά διορθωμένα στοιχεία επιβεβαιώνουν την εικόνα κόπωσης. Ο εποχικά διορθωμένος Γενικός Δείκτης Κύκλου Εργασιών υποχώρησε κατά 0,6% σε μηνιαία βάση, ενώ ο αντίστοιχος Δείκτης Όγκου μειώθηκε κατά 1%. Δηλαδή, ακόμη και αν αφαιρεθούν οι εποχικές διακυμάνσεις, το λιανεμπόριο δείχνει να «φρενάρει» στο τέλος του έτους.
Καύσιμα σε ελεύθερη πτώση, έπιπλα και σούπερ μάρκετ κρατούν την αγορά
Καθοριστικό ρόλο στην υποτονική επίδοση διαδραμάτισε η κατηγορία «καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων», όπου ο τζίρος υποχώρησε κατά 8,3% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Η πτώση αυτή συμπιέζει τον συνολικό δείκτη: χωρίς τα καύσιμα, ο Γενικός Δείκτης Κύκλου Εργασιών θα κατέγραφε ετήσια αύξηση 3,6% αντί για 1,7%.
Η αρνητική εικόνα στα καύσιμα μπορεί να αντανακλά τόσο τη διόρθωση των τιμών ενέργειας όσο και τη μείωση της κατανάλωσης λόγω κόστους μετακίνησης και αλλαγών στις συνήθειες (τηλεργασία, λιγότερες μετακινήσεις αναψυχής). Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη κατηγορία λειτουργεί ως «τροχοπέδη» για το σύνολο του λιανεμπορίου.
Στον αντίποδα, θετική δυναμική εμφανίζει η κατηγορία «Έπιπλα – Ηλεκτρικά είδη – Οικιακός εξοπλισμός», με άνοδο 8,7% στον τζίρο σε ετήσια βάση. Η επίδοση αυτή υποδηλώνει ότι ένα τμήμα των νοικοκυριών συνεχίζει να επενδύει σε αναβάθμιση κατοικίας και εξοπλισμού, πιθανώς αξιοποιώντας δόσεις και προσφορές. Τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (σούπερ μάρκετ) κατέγραψαν επίσης αύξηση 3,8%, επιβεβαιώνοντας ότι η δαπάνη για βασικά αγαθά παραμένει προτεραιότητα, έστω και με περιορισμένη αγοραστική δύναμη.
Τι σημαίνουν τα στοιχεία για την οικονομία και τις επιχειρήσεις
Η χαμηλή αύξηση του τζίρου, σε συνδυασμό με την σχεδόν μηδενική άνοδο του όγκου πωλήσεων, δείχνει ότι η ιδιωτική κατανάλωση –παραδοσιακός κινητήρας της ελληνικής οικονομίας– κινείται πλέον σε πιο ρηχά νερά. Για τις επιχειρήσεις λιανικής αυτό μεταφράζεται σε έντονο ανταγωνισμό τιμών, συμπίεση περιθωρίων κέρδους και αυξημένη ανάγκη για εξορθολογισμό κόστους και επενδύσεις στην αποδοτικότητα.
Ταυτόχρονα, η ισχυρή διαφοροποίηση μεταξύ κλάδων (πτώση στα καύσιμα, άνοδος σε οικιακό εξοπλισμό και τρόφιμα) υπογραμμίζει ότι η αγορά δεν κινείται ομοιόμορφα: ορισμένοι τομείς αναγκάζονται να αναπροσαρμόσουν επιχειρηματικά μοντέλα, ενώ άλλοι αξιοποιούν ακόμη την ανθεκτικότητα της ζήτησης.
Σχόλιο SBCTV.gr: Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η περίοδος της «εύκολης» ανάκαμψης στην κατανάλωση έχει τελειώσει και μπαίνουμε σε φάση επιλεκτικής ζήτησης και σκληρού ανταγωνισμού. Η κυβέρνηση και οι επιχειρήσεις θα κριθούν από το αν θα μετατρέψουν αυτή τη στασιμότητα σε ευκαιρία αναδιάρθρωσης – ή αν θα την αφήσουν να εξελιχθεί σε μόνιμο φρένο για την ανάπτυξη.







