Η Αβάνα αναγνωρίζει ότι υπάρχουν διπλωματικές ανταλλαγές με την Ουάσιγκτον, διαψεύδει όμως την ύπαρξη κανονικού διαλόγου, παρά τους ισχυρισμούς Τραμπ. Την ίδια ώρα οι ΗΠΑ σφίγγουν ακόμη περισσότερο τη θηλιά στην κουβανική οικονομία με ενεργειακές πιέσεις και απειλή νέων δασμών.
Η κυβέρνηση της Κούβας επιβεβαιώνει ότι διατηρεί διπλωματικές επαφές με τις ΗΠΑ, αλλά απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Ντόναλντ Τραμπ ότι βρίσκεται σε εξέλιξη «διάλογος» ή επίσημες διαπραγματεύσεις. Το μήνυμα από την Αβάνα είναι σαφές: υπάρχουν ανταλλαγές μηνυμάτων, όχι όμως διαπραγμάτευση επί μιας συμφωνίας, την ώρα που η Ουάσιγκτον κλιμακώνει μια στρατηγική ασφυκτικής πίεσης.
Αντιφατικά μηνύματα για τον διάλογο
Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Κούβας, Κάρλος Φερνάντες ντε Κόσιο, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι «δεν διεξάγεται αυτό που θα λέγαμε κανονικός διάλογος αυτή τη στιγμή, πάντως πράγματι έχουν υπάρξει ανταλλαγές μηνυμάτων». Με τον τρόπο αυτόν διόρθωσε δημοσίως τη γραμμή που προβλήθηκε από τον Λευκό Οίκο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε διαβεβαιώσει ότι «διαπραγματευόμαστε με τους κουβανούς ηγέτες αυτή τη στιγμή» και ότι βλέπει πιθανότητα «συμφωνίας» με την κομμουνιστική κυβέρνηση της Αβάνας. Ανάλογες αναφορές είχε κάνει ήδη από τα μέσα Ιανουαρίου, τις οποίες είχε διαψεύσει και τότε ο κουβανός πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ. Η επαναλαμβανόμενη αντίφαση καταδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τον όρο «διάλογος» περισσότερο ως πολιτικό αφήγημα παρά ως αντανάκλαση μιας δομημένης διαπραγμάτευσης.
Ενεργειακός στραγγαλισμός και τελωνειακά όπλα
Παράλληλα με τη ρητορική περί διαλόγου, η κυβέρνηση Τραμπ εντείνει τις κυρώσεις. Αρχικά απέκλεισε τη συνέχιση των παραδόσεων αργού πετρελαίου από τη Βενεζουέλα προς την Κούβα, μετά την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση που οδήγησε στην αιχμαλώτιση του Νικολάς Μαδούρο. Στη συνέχεια υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επιτρέπει την επιβολή πρόσθετων τελωνειακών δασμών σε κράτη που πωλούν πετρέλαιο στην Αβάνα.
Ο Τραμπ διαβεβαίωσε μάλιστα ότι το Μεξικό, το οποίο προμήθευε πετρέλαιο στην Κούβα από το 2023, θα σταματήσει τις παραδόσεις, χαρακτηρίζοντας την Κούβα «αποτυχημένο κράτος». Ωστόσο, η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούδια Σέινμπαουμ, έχει δηλώσει την πρόθεσή της να στείλει ανθρωπιστική βοήθεια και να αναζητήσει τρόπους συνέχισης των παραδόσεων αργού, γεγονός που προμηνύει πιθανή τριβή με την Ουάσιγκτον.
Οικονομική ασφυξία και φόβοι ανθρωπιστικής κρίσης
Το εκτελεστικό διάταγμα Τραμπ κηρύσσει κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» με το επιχείρημα ότι η Κούβα συνιστά «εξαιρετική απειλή» για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Στην πράξη, όμως, η πολιτική αυτή βαθαίνει μια ήδη σοβαρή οικονομική κρίση σε μια χώρα που βρίσκεται επί δεκαετίες υπό αμερικανικό εμπάργκο.
Ο πρόεδρος Ντίας-Κανέλ κατηγορεί τον Τραμπ ότι επιδιώκει «ασφυξία» της κουβανικής οικονομίας, την ώρα που οι διακοπές ρεύματος έχουν γίνει καθημερινότητα και οι ουρές στα πρατήρια καυσίμων μεγαλώνουν. Ο υφυπουργός Φερνάντες ντε Κόσιο αναγνωρίζει ότι οι πιέσεις της Ουάσιγκτον «μας υποχρεώνουν να διερχόμαστε πολύ δύσκολη περίοδο», τονίζοντας ότι η χώρα έχει καταρτίσει σενάρια για όσα μπορεί να συμβούν με τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση και δεν αιφνιδιάζεται.
Η αναφορά σε προετοιμασία για πιθανή ανθρωπιστική κρίση δείχνει ότι η Αβάνα αντιλαμβάνεται την τρέχουσα φάση ως μία από τις πιο οξείες στην ιστορία των διμερών σχέσεων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Τυπικές διπλωματικές «ανταλλαγές» συνεχίζονται, αλλά ο πραγματικός συσχετισμός είναι αυτός της μονομερούς πίεσης μέσω ενέργειας και εμπορίου.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον εργαλειοποιεί τον όρο «διάλογος» για να καλύψει μια στρατηγική οικονομικής ασφυξίας, ενώ η Κούβα, χωρίς ουσιαστικά διαπραγματευτικά αντίβαρα, επενδύει στην αντοχή και στη διεθνή συμπάθεια. Το αν αυτό το μείγμα πίεσης και αβεβαιότητας θα οδηγήσει σε πολιτική μεταβολή ή σε παρατεταμένη ανθρωπιστική κρίση παραμένει ανοικτό – αλλά προς το παρόν, η διπλωματία λειτουργεί περισσότερο ως βιτρίνα παρά ως λύση.






