Αυξημένη ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια κατέγραψε η Τράπεζα της Ελλάδος στο δ΄ τρίμηνο του 2025, με τα κριτήρια χορήγησης να παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα. Στα στεγαστικά, οι όροι χαλάρωσαν οριακά, χωρίς όμως να μεταβληθεί η ζήτηση από τα νοικοκυριά.
Η τελευταία έρευνα τραπεζικών χορηγήσεων της Τράπεζας της Ελλάδος για το δ΄ τρίμηνο του 2025 αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρηματικού και λιανικού δανεισμού. Οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αύξησαν τη ζήτηση για δανειακή χρηματοδότηση, ενώ τα νοικοκυριά παραμένουν επιφυλακτικά, παρά τη μερική χαλάρωση των όρων στα στεγαστικά δάνεια.
Επιχειρηματικά δάνεια: Σταθερά κριτήρια, περισσότερη ζήτηση
Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα κριτήρια και οι συνολικοί όροι χορήγησης δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι σε σχέση με το γ΄ τρίμηνο του 2025. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν προχώρησαν σε ουσιαστική χαλάρωση ή σύσφιξη των προϋποθέσεων, διατηρώντας τη γραμμή προσεκτικής αλλά όχι περιοριστικής πιστοδότησης.
Παρά τη σταθερότητα στους όρους, η συνολική ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκε «ως έναν βαθμό». Η ΤτΕ αποδίδει την άνοδο στις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων, αλλά και στο γενικό επίπεδο των επιτοκίων, το οποίο φαίνεται να οδηγεί μέρος των εταιρειών σε αναχρηματοδότηση ή αναδιάρθρωση υποχρεώσεων πριν από πιθανές νέες μεταβολές του κόστους χρήματος.
Σημαντικό στοιχείο σταθερότητας αποτελεί το γεγονός ότι η αναλογία των αιτήσεων επιχειρηματικών δανείων που απορρίφθηκαν παρέμεινε πρακτικά αμετάβλητη. Οι τράπεζες εκτιμούν ότι και στο α΄ τρίμηνο του 2026 τα κριτήρια θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα, ενώ η ζήτηση από τις επιχειρήσεις αναμένεται να κινηθεί περίπου στα τρέχοντα επίπεδα.
Στεγαστικά και καταναλωτικά: Ήπια χαλάρωση, αμετάβλητη ζήτηση
Στον δανεισμό των νοικοκυριών, η εικόνα είναι πιο «στάσιμη». Τα κριτήρια χορήγησης στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων παρέμειναν αμετάβλητα στο δ΄ τρίμηνο του 2025 και, σύμφωνα με τις τράπεζες, δεν αναμένεται ουσιαστική μεταβολή ούτε στο α΄ τρίμηνο του 2026.
Ωστόσο, στους συνολικούς όρους των στεγαστικών δανείων παρατηρήθηκε μια ήπια χαλάρωση. Αυτή δεν αφορά τον πυρήνα του πιστοδοτικού κινδύνου (π.χ. εισοδηματικά κριτήρια ή λόγο δανείου προς αξία ακινήτου), αλλά κυρίως τις επιβαρύνσεις εκτός τόκων – δηλαδή προμήθειες, έξοδα φακέλου και λοιπές χρεώσεις. Στόχος είναι η διεύρυνση της δανειοδοτικής δραστηριότητας σε μια περίοδο που η αγορά κατοικίας δείχνει μεν ανθεκτικότητα, αλλά οι υψηλές τιμές και τα αυξημένα επιτόκια περιορίζουν την πραγματική ζήτηση.
Αντιθέτως, στους όρους των καταναλωτικών και λοιπών δανείων δεν σημειώθηκε καμία ουσιαστική αλλαγή. Αντανακλώντας αυτό το περιβάλλον, η ζήτηση για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια παρέμεινε αμετάβλητη στο τέλος του 2025 και οι τράπεζες δεν αναμένουν διαφοροποίηση ούτε στο α΄ τρίμηνο του 2026. Σταθερή παρέμεινε και η αναλογία απορρίψεων αιτήσεων για δάνεια νοικοκυριών.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η πιστωτική επέκταση στηρίζεται κυρίως στις ανάγκες των επιχειρήσεων, ενώ τα νοικοκυριά παραμένουν εγκλωβισμένα ανάμεσα στο υψηλό κόστος χρήματος και στις έντονες πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα.
Σχόλιο
: Η έρευνα της ΤτΕ δείχνει ότι η ανάκαμψη του τραπεζικού δανεισμού παραμένει άνιση: οι επιχειρήσεις κινούνται πιο επιθετικά για χρηματοδότηση, ενώ τα νοικοκυριά κρατούν «φρένο». Αν οι τράπεζες θέλουν ουσιαστική επανεκκίνηση στα στεγαστικά, η μερική μείωση των εξόδων δεν αρκεί· θα χρειαστεί συνδυασμός πιο ανταγωνιστικών προϊόντων και στοχευμένων δημόσιων εργαλείων στήριξης για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ τιμών ακινήτων, επιτοκίων και πραγματικών εισοδημάτων.
#ΤράπεζαΤηςΕλλάδος #δάνεια #επιχειρηματικάΔάνεια #στεγαστικάΔάνεια #οικονομία






