Το 2025 οι ελληνικές εξαγωγές δοκιμάστηκαν από τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξαν οι ΗΠΑ και τη στασιμότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, με σημαντικές απώλειες σε βασικές αγορές. Ταυτόχρονα όμως ανοίγει νέο παράθυρο ευκαιριών μέσω της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur, που μπορεί να ανατρέψει ένα βαθιά αρνητικό ισοζύγιο για την Ελλάδα.
Το 2025 αποδείχθηκε έτος αντιφάσεων για τις ελληνικές εξαγωγές. Από τη μία πλευρά, ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξαν οι ΗΠΑ προς τον υπόλοιπο κόσμο και η τρίτη συνεχόμενη χρονιά οικονομικής στασιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιόρισαν τη ζήτηση. Από την άλλη, νέες αγορές, κυρίως στα Βαλκάνια και στη Βόρεια Αμερική, λειτούργησαν ως ανάχωμα στις πιέσεις, ενώ η επικείμενη εφαρμογή της συμφωνίας Mercosur δημιουργεί προοπτικές ανατροπής του σκηνικού στη Λατινική Αμερική.
Πιέσεις στην Ευρωζώνη, αντιστάθμισμα στα Βαλκάνια
Στο δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025, οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Ευρωζώνης μειώθηκαν κατά 3,8%, υποχωρώντας σε 16,4 δισ. ευρώ από 17,1 δισ. ευρώ το 2024. Προς την ΕΕ συνολικά η μείωση ήταν οριακή, 0,2% ή 42 εκατ. ευρώ, με τις εξαγωγές να διαμορφώνονται στα 23,0 δισ. ευρώ από 23,05 δισ. ευρώ.
Η εικόνα ανά χώρα είναι ανομοιογενής. Η Ιταλία, ο σημαντικότερος προορισμός ελληνικών προϊόντων στην Ευρωζώνη, κατέγραψε βουτιά 16,3%, με την αξία των εξαγωγών να πέφτει στα 3,7 δισ. ευρώ από 4,4 δισ. ευρώ. Αντίθετα, προς τη Γαλλία σημειώθηκε αύξηση 5,3% (από 1,2 σε 1,3 δισ. ευρώ), ενώ προς τη Γερμανία οι ελληνικές εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 7,1%, από 3,0 σε 3,2 δισ. ευρώ.
Το κενό της Ιταλίας αντισταθμίζεται εν μέρει από τις βαλκανικές αγορές. Η Βουλγαρία παραμένει ο κυριότερος εξαγωγικός προορισμός, με αύξηση 5,8% το 2025 σε σχέση με το 2024. Ακόμη πιο δυναμική είναι η εικόνα σε Ρουμανία και Πολωνία: οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 16,7% (στα 1,7 δισ. ευρώ) και 9,6% (στα 1,0 δισ. ευρώ) αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας ότι η ΝΑ Ευρώπη λειτουργεί ως «φυσική» επέκταση της ελληνικής παραγωγικής βάσης.
Βόρεια Αμερική, Λατινική Αμερική και η ανατροπή με Mercosur
Στη Βόρεια Αμερική, οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν συνολικά κατά 0,9%. Προς τις ΗΠΑ καταγράφηκε άνοδος 2,1%, στα 2,1 δισ. ευρώ από 2,0 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η αμερικανική αγορά παραμένει στρατηγικός πυλώνας για τα ελληνικά προϊόντα, παρά τον επιθετικό εμπορικό προσανατολισμό της Ουάσιγκτον. Προς τον Καναδά η αύξηση ήταν 3,9%, στα 266,8 εκατ. ευρώ, ενώ προς το Μεξικό σημειώθηκε σημαντική πτώση 22,6%, στα 103,9 εκατ. ευρώ από 134,2 εκατ. ευρώ.
Στην Κεντρική και Λατινική Αμερική η εικόνα είναι συνολικά αρνητική. Οι εξαγωγές στο διάστημα Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025 μειώθηκαν κατά 3,7%, στα 322,2 εκατ. ευρώ από 334,6 εκατ. ευρώ. Καθοριστικός παράγοντας ήταν η κατάρρευση της ζήτησης από την Αργεντινή, όπου οι ελληνικές εξαγωγές υποχώρησαν κατά 74,4%, στα μόλις 4,5 εκατ. ευρώ από 17,6 εκατ. ευρώ.
Σε αυτό το περιβάλλον, το ΙΟΒΕ επισημαίνει στην τριμηνιαία έκθεσή του ότι δημιουργείται βάσιμη αισιοδοξία για το 2026, λόγω της εφαρμογής της συμφωνίας Mercosur. Η συμφωνία ανοίγει στα ελληνικά προϊόντα μια ενιαία αγορά που περιλαμβάνει Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη, με σημερινό ισοζύγιο αγαθών έντονα αρνητικό για την Ελλάδα, στα -583,7 εκατ. ευρώ (περίοδος Νοεμβρίου – Οκτωβρίου 2025).
Η Mercosur αποτελεί ήδη σημαντικό προορισμό για τις εξαγωγές της ΕΕ και μέχρι πρόσφατα ήταν ο μόνος μεγάλος εταίρος στη Λατινική Αμερική χωρίς προτιμησιακή εμπορική συμφωνία. Με την αλλαγή αυτού του καθεστώτος, οι ευρωπαϊκές –και κατ’ επέκταση οι ελληνικές– επιχειρήσεις αποκτούν τη δυνατότητα να αυξήσουν την παρουσία τους σε μια αγορά άνω των 295 εκατ. καταναλωτών, μειώνοντας δασμούς και γραφειοκρατικά εμπόδια.
Σχόλιο
: Η μετατόπιση βάρους από μια στάσιμη Ευρωζώνη προς τα δυναμικά Βαλκάνια, τη Βόρεια Αμερική και πλέον τη Mercosur δείχνει ότι η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας μπαίνει σε νέα φάση. Το στοίχημα για το 2026 θα είναι αν οι ελληνικές επιχειρήσεις θα αξιοποιήσουν γρήγορα το παράθυρο της συμφωνίας Mercosur, ώστε να μετατρέψουν ένα παραδοσιακά αρνητικό ισοζύγιο σε μοχλό ανάπτυξης και διαφοροποίησης αγορών.






