Η Ελλάδα ξεκίνησε το 2026 με πληθωρισμό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, παρά τη μικρή αποκλιμάκωση του εναρμονισμένου δείκτη στο 2,8%. Οι επίμονες ανατιμήσεις σε τρόφιμα και υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την αναστροφή στην ενέργεια, εξηγούν τη διαφορά του 1,1 ποσοστιαίας μονάδας.
Τον Ιανουάριο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε οριακά στο 2,8% από 2,9% τον Δεκέμβριο, όμως παρέμεινε σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που διαμορφώθηκε στο 1,7%. Η απόκλιση 1,1 ποσοστιαίας μονάδας κατατάσσει τη χώρα, μαζί με τη Λιθουανία, στην τρίτη θέση με τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, πίσω από Σλοβακία (4,2%) και Κροατία (3,6%).
Τρόφιμα και υπηρεσίες «κρατούν ψηλά» τον δείκτη
Κεντρικός παράγοντας της ελληνικής ιδιαιτερότητας παραμένουν τα τρόφιμα και οι υπηρεσίες. Οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν τον Ιανουάριο κατά 3,7%, ελαφρώς χαμηλότερα από το 3,8% του Δεκεμβρίου, αλλά σαφώς υψηλότερα από το 2,2% της Ευρωζώνης (2,4% τον Δεκέμβριο). Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται στα κρέατα, στα εισαγόμενα προϊόντα όπως ο καφές και το κακάο –που διεθνώς κινούνται σε υψηλά επίπεδα– καθώς και σε εποχικά είδη, κυρίως φρούτα και νωπά ψάρια.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στις υπηρεσίες. Ο εναρμονισμένος δείκτης για τις υπηρεσίες στην Ελλάδα επιταχύνθηκε στο 3,5% από 3,2% τον Δεκέμβριο, την ώρα που στην Ευρωζώνη οι ανατιμήσεις επιβραδύνθηκαν στο 3,2% από 3,4%. Οι αυξήσεις αφορούν ενοίκια κατοικιών, εργασίες συντήρησης και επισκευής, εστίαση, ψυχαγωγία, τουριστικά πακέτα και κυρίως αεροπορικές μεταφορές, τροφοδοτώντας έναν επίμονα υψηλό δομικό πληθωρισμό.
Εισαγόμενος πληθωρισμός και νέα ενεργειακή απειλή
Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση: μεγάλο μέρος του πληθωρισμού στα τρόφιμα είναι εισαγόμενος, άρα δύσκολα αντιμετωπίζεται με αποκλειστικά εθνικά μέτρα. Οι ανατιμήσεις στις υπηρεσίες –ιδίως στη στέγαση– απαιτούν παρεμβάσεις που χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν και δεν μπορούν να συμπιέσουν άμεσα τις τιμές.
Παράλληλα, ο παράγοντας ενέργεια παύει να λειτουργεί ως «ανάχωμα». Από τον Δεκέμβριο οι τιμές ενέργειας έχουν γυρίσει ανοδικά, λόγω ανησυχιών για την επάρκεια της ΕΕ, η οποία βρίσκεται στα μισά του χειμώνα με περιορισμένα αποθέματα φυσικού αερίου που θα ανανεωθούν σε υψηλότερες τιμές. Η γεωπολιτική ένταση με την απειλή πολέμου στο Ιράκ εντείνει τους φόβους. Έτσι, το φυσικό αέριο σταθεροποιείται γύρω στα 40 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, ενώ το πετρέλαιο Brent έχει ανέλθει στα 70 δολάρια το βαρέλι, σε περίοδο ισχυρής ζήτησης.
Ο δομικός πληθωρισμός ως μόνιμη εστία κινδύνου
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο για την ελληνική οικονομία είναι ο δομικός πληθωρισμός –δηλαδή ο πληθωρισμός χωρίς ενέργεια και μη επεξεργασμένα εποχικά τρόφιμα– που παρέμεινε στο 3,1% τον Ιανουάριο, αμετάβλητος σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Στην Ευρωζώνη, αντίθετα, ο δομικός πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,4% από 2,5%. Ο επίμονα υψηλός δομικός δείκτης σημαίνει ότι οι αυξήσεις τιμών έχουν ριζώσει σε βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών και επιβραδύνουν την αποκλιμάκωση του συνολικού πληθωρισμού.
Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε πιο αργή σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε διαβρωμένη αγοραστική δύναμη για τα νοικοκυριά και σε μεγαλύτερη πρόκληση για την οικονομική πολιτική, που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη της ανάπτυξης και στον περιορισμό των τιμών.
Σχόλιο
: Η απόκλιση της Ελλάδας από τον μέσο ευρωπαϊκό πληθωρισμό δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο αλλά αντανάκλαση διαρθρωτικών αδυναμιών σε τρόφιμα, στέγαση και υπηρεσίες. Αν δεν αντιμετωπιστούν οι αιτίες του υψηλού δομικού πληθωρισμού, η χώρα κινδυνεύει να παγιωθεί σε καθεστώς «ακριβότερης» οικονομίας μέσα στην Ευρωζώνη, με κόστος στην ανταγωνιστικότητα και στο πραγματικό εισόδημα.
#πληθωρισμός #Ελλάδα #Ευρωζώνη #ενέργεια #τρόφιμα #υπηρεσίες






