Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μεταβαίνει στις ΗΠΑ για την έβδομη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ από τότε που ο τελευταίος επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, με επίκεντρο τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν. Η Ουάσινγκτον θέλει πρόοδο στο πυρηνικό, ενώ το Ισραήλ πιέζει για σκληρή γραμμή και στα βαλλιστικά πυραυλικά προγράμματα και την περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ετοιμάζεται να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για συνάντηση με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τις έμμεσες συνομιλίες Ουάσινγκτον–Τεχεράνης που διεξάγονται με διαμεσολάβηση του Ομάν. Σύμφωνα με το γραφείο του, ο Νετανιάχου θα επιδιώξει να επηρεάσει άμεσα την αμερικανική ατζέντα, ζητώντας να τεθούν στο τραπέζι όχι μόνο τα πυρηνικά, αλλά και οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι και η στήριξη ένοπλων οργανώσεων όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Διαφορετικές «κόκκινες γραμμές» ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν
Η συνάντηση θα είναι η έβδομη μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου από τότε που ο Ρεπουμπλικανός ηγέτης επέστρεψε στην προεδρία πέρυσι, γεγονός που υπογραμμίζει το βάθος του στρατηγικού συντονισμού Ισραήλ–ΗΠΑ στο ιρανικό ζήτημα. Το Τελ Αβίβ επιδιώκει μια «μαξιμαλιστική» γραμμή, με τον Νετανιάχου να θεωρεί ότι οι συνομιλίες πρέπει να οδηγήσουν σε «περιορισμούς στους βαλλιστικούς πυραύλους» της Ισλαμικής Δημοκρατίας και σε τερματισμό της υποστήριξής της σε συμμαχικές παραστρατιωτικές οργανώσεις στην περιοχή.
Αντίθετα, η Τεχεράνη διαμηνύει ότι το πυραυλικό της πρόγραμμα αποτελεί «μη διαπραγματεύσιμο» ζήτημα. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί έχει ξεκαθαρίσει ότι το μόνο αντικείμενο των συνομιλιών είναι το πυρηνικό πρόγραμμα, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιαν χαρακτήρισε τις έμμεσες επαφές στο Ομάν ως «βήμα προς τα εμπρός», τονίζοντας ότι «το ιρανικό έθνος πάντα ανταποδίδει τον σεβασμό με σεβασμό, αλλά δεν αντέχει τη γλώσσα της βίας».
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, εμφανίστηκε αισιόδοξος δηλώνοντας ότι ο τελευταίος γύρος συνομιλιών στο Ομάν ήταν «πολύ καλός» και ότι η Τεχεράνη «φαίνεται να θέλει πάρα πολύ μια συμφωνία». Προειδοποίησε ωστόσο πως «αν δεν γίνει συμφωνία, οι συνέπειες θα είναι πολύ σοβαρές», διατηρώντας την πίεση μέσω της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της αποστολής αεροπλανοφόρου και συνοδευτικών πλοίων στην περιοχή.
Κίνδυνος κατάρρευσης των συνομιλιών και περιφερειακή αστάθεια
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία, καθώς μια αποτυχία των διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμάκωση με επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ο Αραγτσί αναγνώρισε ότι οι συνομιλίες με τις ΗΠΑ αποτελούν «καλή αρχή», αλλά επισήμανε ότι «υπάρχει μακρύς δρόμος για να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη».
Αναλυτές, όπως ο Τρίτα Πάρσι του Quincy Institute, επισημαίνουν ότι η έκβαση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η Ουάσινγκτον θα επιμείνει σε στενά πυρηνική ατζέντα –η οποία θεωρείται «απολύτως επιτεύξιμη»– ή αν θα υιοθετήσει τις ισραηλινές «κόκκινες γραμμές» περί πυραύλων και περιφερειακής επιρροής. «Αν συνεχιστεί η επιδίωξη των ισραηλινών κόκκινων γραμμών, υποθέτω ότι αυτές οι συνομιλίες θα καταρρεύσουν πολύ σύντομα», προειδοποίησε.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επικείμενη συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου αποκτά βαρύνουσα σημασία: μπορεί είτε να κλειδώσει έναν ρεαλιστικό συμβιβασμό για το πυρηνικό πρόγραμμα, είτε να ωθήσει τις απαιτήσεις σε τέτοιο επίπεδο που να καταστήσει τη συμφωνία πολιτικά αδύνατη για την ιρανική ηγεσία, με άμεσο ρίσκο νέας περιφερειακής ανάφλεξης.
Σχόλιο
: Η Ουάσινγκτον βρίσκεται σε λεπτή ισορροπία: αν ακολουθήσει τη σκληρή γραμμή του Νετανιάχου, αυξάνει τον κίνδυνο πολεμικής σύγκρουσης· αν περιοριστεί στο πυρηνικό, μπορεί να πετύχει συμφωνία αλλά με κόστος στις σχέσεις με το Ισραήλ. Η επιλογή της θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του ιρανικού φακέλου, αλλά και τη σταθερότητα σε μια ήδη εύφλεκτη Μέση Ανατολή.






