Σε μείζον θεσμικό ζήτημα εξελίσσεται η κυβερνητική ρύθμιση για τη συνεπιμέλεια, με τον πρώην υφυπουργό Δικαιοσύνης και αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ε.τ. Δημήτρη Κράνη να ζητεί ουσιαστικά την κατάργησή της. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, που κάνει λόγο για νομοθετική παθογένεια και ανασφάλεια δικαίου.
Η νέα διάταξη του άρθρου 1536 παρ. 2 ΑΚ, που εισάγει πρόσθετο ένδικο μέσο μεταξύ πρώτου και δεύτερου βαθμού σε υποθέσεις συνεπιμέλειας, προκαλεί βαθύ ρήγμα στον νομικό κόσμο. Ο πρώην υφυπουργός Δικαιοσύνης της πρώτης κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη και αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ε.τ., Δημήτρης Κράνης, σε εμπεριστατωμένη παρέμβασή του στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, αποδομεί πλήρως τη ρύθμιση, χαρακτηρίζοντάς την «κακότεχνη» και «μη αναγκαία».
Η κριτική Κράνη: «Μη αναγκαία» και δικονομικά προβληματική ρύθμιση
Ο κ. Κράνης υποστηρίζει ότι το ήδη υπάρχον πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων επαρκούσε για την προσωρινή ρύθμιση ζητημάτων επιμέλειας και επικοινωνίας, άρα η νέα διάταξη δεν προσφέρει ουσιαστική προστιθέμενη αξία. Αντιθέτως, όπως σημειώνει, εισάγει δικονομική σύγχυση μέσω αδόκιμης και πλεοναστικής διατύπωσης, η οποία παρακάμπτει θεμελιώδεις αρχές του δικονομικού δόγματος.
Κεντρικό σημείο της κριτικής του είναι ότι επιτρέπεται η μεταρρύθμιση οριστικών αποφάσεων ενώ εκκρεμεί ήδη έφεση, γεγονός που, κατά τον ίδιο, πλήττει τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της δικαστικής προστασίας. Επιπλέον, επισημαίνει ότι η νέα μεταρρυθμιστική απόφαση είναι στην πράξη ανέκκλητη, καθιστώντας τον δικαστή του πρώτου βαθμού ουσιαστικά ανέλεγκτο.
Στο συμπέρασμά του τονίζει πως τα ίδια προσωρινά ζητήματα μπορούν «το ίδιο αποτελεσματικά» να αντιμετωπιστούν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, άρα «η εισαγωγή της νέας ρύθμισης δεν ήταν οπωσδήποτε αναγκαία», ιδίως αφού «παρακάμπτει το δικονομικό δόγμα σε κρίσιμα ζητήματα της οριστικής δικαστικής προστασίας». Παρότι αναγνωρίζει ότι χωρεί αντίλογος, η γνωμοδότησή του ταυτίζεται ουσιαστικά με το αίτημα της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων για κατάργηση της διάταξης.
Δικηγορικοί σύλλογοι, πολιτικό αποτύπωμα και υπόθεση Κεφαλογιάννη
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, με ανακοίνωση της 26.1.2026, κάνει λόγο για σοβαρή «νομοθετική παθογένεια». Καταγγέλλει ότι η διάταξη ενσωματώθηκε σε άσχετο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, κατά παράβαση του άρθρου 75 παρ. 5 του Συντάγματος, χωρίς δημόσια διαβούλευση και με επίκληση κατεπείγοντος που δεν δικαιολογείται, αφού τα ζητήματα είχαν ήδη κάλυψη μέσω ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, επισημαίνει ότι η δυνατότητα μεταρρύθμισης οριστικής απόφασης ενόσω εκκρεμεί έφεση, χωρίς μεταβατικές διατάξεις, δημιουργεί έντονη ανασφάλεια δικαίου.
Στο πολιτικό και ηθικό επίπεδο, η αντιπαράθεση οξύνεται από το εξώδικο του πρώην συζύγου της υπουργού Τουρισμού, Όλγας Κεφαλογιάννη, Μίνωα Μάτσα. Σε αυτό γίνεται λόγος για «καταπληκτική σύμπτωση», καθώς η ρύθμιση ψηφίστηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2025, λίγα εικοσιτετράωρα μετά από μη ευνοϊκή για την υπουργό δικαστική απόφαση, και ακολούθως χρησιμοποιήθηκε από την ίδια για να ζητηθεί νέα κρίση σε πρώτο βαθμό, ενώ εκκρεμούσε ήδη έφεση.
Η κ. Κεφαλογιάννη απαντά ότι ψήφισε τη διάταξη μαζί με 179 βουλευτές επειδή τη θεωρεί «σωστή και δίκαιη» για την ψυχική ισορροπία των παιδιών της, υπογραμμίζοντας πως η υπουργική ιδιότητα δεν της στερεί τα νόμιμα δικαιώματά της. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, υπερασπίζεται τη ρύθμιση ως κάλυψη υπαρκτού κενού για τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά και χαρακτηρίζει την ενσωμάτωσή της σε άλλο νομοσχέδιο ως «καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική».
Σχόλιο
: Η σύγκλιση ενός ανώτατου δικαστή ε.τ. και της ηγεσίας του δικηγορικού σώματος δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει απλώς μια μεμονωμένη πολιτική κριτική, αλλά μια θεσμική αμφισβήτηση για τον τρόπο και τον σκοπό της νομοθέτησης. Αν δεν υπάρξει άμεση επανεξέταση της διάταξης, ο κίνδυνος να παγιωθεί η εντύπωση «νομοθέτησης κατά παραγγελία» είναι υπαρκτός και διαβρωτικός για την αξιοπιστία του Κράτους Δικαίου.






