Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος και αισθητά πιο επώδυνος για τα νοικοκυριά. Ο Βασίλης Κορκίδης αναλύει τους δομικούς λόγους που κρατούν την ακρίβεια «ελληνική υπόθεση».
Η εικόνα του πληθωρισμού στην Ελλάδα απομακρύνεται εκ νέου από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όχι μόνο σε επίπεδο ποσοστών αλλά κυρίως ως βίωμα για τα νοικοκυριά. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, ο λεγόμενος «χειμερινός πληθωρισμός» επιμένει στη χώρα μας, παρά τη γενικότερη αποκλιμάκωση στην Ευρωζώνη.
Τον Ιανουάριο 2026 ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,8% από 2,9% τον Δεκέμβριο, ενώ στην Ευρωζώνη έπεσε στο 1,7% από 1,9%. Η Ελλάδα καταγράφει έτσι τον τρίτο υψηλότερο ρυθμό, πίσω από Σλοβακία (4,2%) και Κροατία (3,6%), με τη Γαλλία να βρίσκεται στον αντίποδα με μόλις 0,4%.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα στην κατανάλωση και στη φορολογία
Κεντρικό επιχείρημα του Β. Κορκίδη είναι ότι η ένταση με την οποία βιώνεται η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν εξηγείται πρωτίστως από τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης, αλλά από τη δομή της ελληνικής οικονομίας. Πρώτον, το καταναλωτικό «καλάθι» των ελληνικών νοικοκυριών είναι βαρύτερο σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση – κατηγορίες με τις πιο έντονες διακυμάνσεις τιμών. Όταν ακριβαίνουν τα βασικά αγαθά, η επίπτωση είναι άμεση και οριζόντια, σε αντίθεση με οικονομίες όπου μεγαλύτερο μερίδιο δαπανάται σε υπηρεσίες και διαρκή αγαθά, όπου οι αυξήσεις απορροφώνται ηπιότερα.
Δεύτερον, η Ελλάδα φορολογεί περισσότερο την κατανάλωση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο υψηλός ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης ενσωματώνονται στην τελική τιμή, με αποτέλεσμα κάθε ανατίμηση να πολλαπλασιάζεται. Ο Κορκίδης κάνει λόγο για έναν «φορολογικό πληθωρισμό» που κάνει την ακρίβεια πιο αισθητή στην τσέπη, ακόμη και όταν ο ονομαστικός πληθωρισμός κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μισθοί, ενέργεια και ανταγωνισμός ως επιταχυντές της ακρίβειας
Τρίτος κρίσιμος παράγοντας είναι η απόκλιση εισοδημάτων. Παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών, οι μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Έτσι, ακόμη και ένας «μέτριος» πληθωρισμός μεταφράζεται σε δυσανάλογη απώλεια αγοραστικής δύναμης, καθώς το σημείο εκκίνησης του εισοδήματος είναι χαμηλότερο.
Τέταρτον, η έντονη εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενη ενέργεια λειτουργεί ως επιταχυντής του πληθωρισμού. Όταν ανεβαίνουν οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου, η επίδραση περνά γρήγορα στην ελληνική αγορά, επηρεάζοντας σχεδόν κάθε κλάδο. Παρότι στην Ευρωζώνη οι τιμές ενέργειας τον Ιανουάριο μειώθηκαν κατά 4,1% σε ετήσια βάση, στην Ελλάδα η αποτύπωση αυτών των εξελίξεων είναι πιο αργή και συχνά μερική.
Πέμπτον, ο περιορισμένος ανταγωνισμός και η υψηλή συγκέντρωση σε αρκετούς κλάδους διευκολύνουν τη μετακύλιση κόστους στον καταναλωτή και επιβραδύνουν την αποκλιμάκωση όταν οι διεθνείς πιέσεις υποχωρούν. «Οι τιμές ανεβαίνουν γρήγορα, αλλά κατεβαίνουν αργά», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κορκίδης.
ΕΚΤ, προβλέψεις και οι αναγκαίες βαθιές αλλαγές
Σε επίπεδο Ευρωζώνης, ο δομικός πληθωρισμός –χωρίς ενέργεια και τρόφιμα– υποχώρησε στο 2,2%, τη χαμηλότερη μέτρηση από τον Οκτώβριο 2021, με τη μηνιαία μεταβολή στο -1,1%. Οι προβλέψεις της ΕΚΤ για το 2026 (1,7% συνολικός και 2% δομικός πληθωρισμός) επιβεβαιώνονται από τη Eurostat, ενώ για την Ελλάδα η Τράπεζα προβλέπει πτώση από 2,8% σε 2,3%.
Ωστόσο, ο Κορκίδης προειδοποιεί ότι, παρά τη στατιστική αποκλιμάκωση, οι τιμές στην Ελλάδα είναι πιθανό να παραμείνουν τοπικά υψηλότερες και να μην ακολουθήσουν πλήρως τον ευρωπαϊκό ρυθμό. Η ουσιαστική απάντηση, υπογραμμίζει, δεν βρίσκεται σε αποσπασματικά μέτρα στήριξης, αλλά σε βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές: μείωση της υπερεξάρτησης από την κατανάλωση ως φορολογική βάση, ενίσχυση του ανταγωνισμού, αύξηση της παραγωγικότητας και των πραγματικών εισοδημάτων.
Μόνο μέσα από αυτόν τον συνδυασμό πολιτικών ο πληθωρισμός μπορεί να επανέλθει στον ρόλο του ως τεχνικός οικονομικός δείκτης και να πάψει να αποτελεί μόνιμη απειλή για το επίπεδο ζωής.
Σχόλιο
: Η ανάλυση Κορκίδη φωτίζει το πραγματικό πρόβλημα: η Ελλάδα δεν έχει πληθωρισμό «απόφαση ΕΚΤ», αλλά πληθωρισμό δομικής αδυναμίας – χαμηλοί μισθοί, υψηλή φορολογία κατανάλωσης, ενεργειακή εξάρτηση και ολιγοπώλια. Χωρίς γενναία στροφή σε παραγωγικότητα, επενδύσεις και φορολογική μεταρρύθμιση, η απόσταση από την Ευρωζώνη θα παραμένει μόνιμη, ακόμη κι αν οι επίσημοι δείκτες βελτιώνονται.






