Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ενιαίο κατάλογο «ασφαλών χωρών καταγωγής» και νέους κανόνες για την «ασφαλή τρίτη χώρα», επιταχύνοντας τις απορρίψεις αιτημάτων ασύλου. Η μεταρρύθμιση χαιρετίζεται ως εργαλείο αποσυμφόρησης των συστημάτων ασύλου, αλλά προκαλεί έντονες προειδοποιήσεις για υπονόμευση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Δύο καίριες τροποποιήσεις στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασύλου ενέκρινε με ευρεία πλειοψηφία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πολύ πιο αυστηρή και ταχεία διαχείριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας στην ΕΕ. Η πρώτη ρύθμιση θεσπίζει ενιαίο κατάλογο «ασφαλών χωρών καταγωγής» σε επίπεδο Ένωσης, ενώ η δεύτερη εξειδικεύει και ενισχύει την εφαρμογή της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας».
Πρόκειται για μέτρα που στοχεύουν στην επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά ταυτόχρονα μετατοπίζουν περισσότερο το βάρος της απόδειξης στον αιτούντα άσυλο και ενισχύουν τη δυνατότητα των κρατών-μελών να κρίνουν απαράδεκτες αιτήσεις χωρίς πλήρη ουσιαστική εξέταση.
Τι αλλάζει με τον κατάλογο «ασφαλών χωρών»
Ο νέος ενιαίος κατάλογος σε επίπεδο ΕΕ περιλαμβάνει το Μπανγκλαντές, την Κολομβία, την Αίγυπτο, το Κόσοβο, την Ινδία, το Μαρόκο και την Τυνησία. Για τους υπηκόους των χωρών αυτών, οι αιτήσεις ασύλου θα διεκπεραιώνονται ταχύτερα, με τεκμήριο ότι η χώρα προέλευσης θεωρείται γενικά ασφαλής.
Στο εξής, οι αιτούντες από τις «ασφαλείς» χώρες θα φέρουν το βάρος να αποδείξουν ότι, παρά τον γενικό χαρακτηρισμό, αντιμετωπίζουν προσωπικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής. Επιπλέον, οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες στην ΕΕ θα θεωρούνται καταρχήν ασφαλείς, εκτός αν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις, όπως εκτεταμένη ένοπλη βία ή υψηλά ποσοστά αναγνώρισης ασύλου σε επίπεδο Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει ρόλο «φρουρού» του καταλόγου: θα παρακολουθεί την κατάσταση στις χώρες που περιλαμβάνονται σε αυτόν και θα μπορεί να εισηγείται προσωρινή αναστολή ή οριστική διαγραφή. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη διατηρούν την ευχέρεια να καταρτίζουν και εθνικούς καταλόγους ασφαλών χωρών, γεγονός που αφήνει περιθώρια για διαφοροποιήσεις στην πράξη.
Η «ασφαλής τρίτη χώρα» και η πολιτική σύγκρουση
Κρίσιμη και ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη είναι η ενίσχυση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας». Τα κράτη-μέλη θα μπορούν να κηρύσσουν απαράδεκτες αιτήσεις ασύλου όχι μόνο σε σχέση με τη χώρα καταγωγής, αλλά και όταν υπάρχει «ουσιαστικός δεσμός» του αιτούντος με τρίτη χώρα – μέσω προηγούμενης διαμονής, οικογενειακών, γλωσσικών ή πολιτιστικών δεσμών ή ακόμη και απλής διέλευσης, εφόσον θα μπορούσε να είχε ζητήσει εκεί προστασία.
Η ρύθμιση αυτή συνδέεται άμεσα με διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες της ΕΕ ή κρατών-μελών με τρίτες χώρες για την υποδοχή αιτούντων, υπό την προϋπόθεση ότι οι χώρες αυτές δεσμεύονται να εξετάζουν την ουσία των αιτημάτων. Οι εισηγητές, Αλεσάντρο Σιριάνι και Λένα Ντουπόν, μίλησαν για «σημείο καμπής» και για εργαλείο που ενισχύει την αξιοπιστία του συστήματος, προστατεύοντας όσους πραγματικά δικαιούνται άσυλο και περιορίζοντας τις καταχρήσεις.
Ωστόσο, η Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) καταγγέλλει βεβιασμένες και αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις, αποτέλεσμα συνεργασίας συντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων. Η αντιπρόεδρος Άνα Καταρίνα Μέντες προειδοποιεί ότι οι έννοιες της «ασφαλούς χώρας καταγωγής» και της «ασφαλούς τρίτης χώρας» είναι εξαιρετικά προβληματικές και μπορούν να υπονομεύσουν το δικαίωμα ασύλου, ενώ η σκιώδης εισηγήτρια Σεσίλια Στράντα υπενθυμίζει ότι αρκετές από τις χώρες του καταλόγου έχουν ήδη βρεθεί στο στόχαστρο του Ευρωκοινοβουλίου για παραβιάσεις κράτους δικαίου.
Οι κανονισμοί αναμένουν ακόμη την τυπική έγκριση του Συμβουλίου της ΕΕ, όπου θα φανεί αν τα κράτη-μέλη θα υιοθετήσουν πλήρως τη σκληρότερη αυτή γραμμή ή θα επιδιώξουν τροποποιήσεις.
Σχόλιο
: Η ΕΕ επιχειρεί να ανακτήσει έλεγχο στο μεταναστευτικό με εργαλεία νομικής «φίλτρανσης» των αιτήσεων, μετατρέποντας όμως τον κατάλογο ασφαλών χωρών και την ασφαλή τρίτη χώρα σε de facto μηχανισμό αποτροπής. Το αν η εξισορρόπηση ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και στα θεμελιώδη δικαιώματα θα αντέξει στη δοκιμασία της πράξης, θα κριθεί στα δικαστήρια, στα σύνορα και στις πολιτικές αντιδράσεις των επόμενων μηνών.






