Η σουηδική κυβέρνηση καλεί τις Βρυξέλλες να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους από τη διαρκή διαχείριση κρίσεων σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Το μήνυμα έρχεται σε μια περίοδο που η Ένωση δοκιμάζεται από γεωπολιτικές εντάσεις, πράσινη μετάβαση και τεχνολογικό ανταγωνισμό με ΗΠΑ και Κίνα.
Η Σουηδία, παραδοσιακά υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς και της δημοσιονομικής πειθαρχίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στέλνει σαφές πολιτικό σήμα: η ΕΕ δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως μόνιμος «μηχανισμός πυρόσβεσης» κρίσεων, αλλά οφείλει να επαναπροσδιορίσει το στρατηγικό της αφήγημα γύρω από την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία και την παραγωγικότητα.
Από τη λογική της έκτακτης ανάγκης σε μακροπρόθεσμη στρατηγική
Τα τελευταία χρόνια, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν κινηθεί από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση μέχρι τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε ένα καθεστώς διαρκούς έκτακτης ανάγκης. Τα πακέτα στήριξης, οι παρεμβάσεις στις αγορές ενέργειας και οι συζητήσεις για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων διαμόρφωσαν μια ΕΕ που αντιδρά, παρά σχεδιάζει. Η σουηδική θέση, όπως αποτυπώνεται στο μήνυμα προς τις Βρυξέλλες, είναι ότι αυτό το μοντέλο έχει φτάσει στα όριά του.
Η έμφαση στην ανταγωνιστικότητα σημαίνει μετατόπιση πόρων και πολιτικής ενέργειας σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις: απλούστευση κανονιστικού πλαισίου, ενίσχυση της ενιαίας αγοράς υπηρεσιών και ψηφιακών αγαθών, επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, αλλά και δημιουργία πλαισίου που επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται ισότιμα με αμερικανικούς και ασιατικούς ομίλους.
Το διακύβευμα για βιομηχανία, πράσινη μετάβαση και αγορά εργασίας
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα δεν είναι αφηρημένη. Αφορά την ικανότητα της ΕΕ να διατηρήσει βιομηχανική βάση, να χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβαση και να προστατεύσει θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η άνοδος των ενεργειακών τιμών, η αυστηρή περιβαλλοντική ρύθμιση και ο κατακερματισμός της ενιαίας αγοράς έχουν ήδη οδηγήσει σε ανησυχίες για «αποβιομηχάνιση» σε κλάδους όπως τα χημικά, τα μέταλλα και η αυτοκινητοβιομηχανία.
Από τη σκοπιά της Σουηδίας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια αέναη διανομή επιδοτήσεων, αλλά η δημιουργία ενός προβλέψιμου, φιλικού προς τις επενδύσεις περιβάλλοντος, με σταθερούς κανόνες ανταγωνισμού και πρόσβαση σε κεφάλαια και δεξιότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για στρατηγική αυτονομία –σε τομείς όπως η ενέργεια, οι πρώτες ύλες και οι τεχνολογίες αιχμής– και στον κίνδυνο υπερβολικού προστατευτισμού που θα έπληττε την ίδια την ανταγωνιστικότητά της.
Πολιτικές εντάσεις και ο ευρωπαϊκός συμβιβασμός που έρχεται
Η σουηδική παρέμβαση εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαμάχη στο εσωτερικό της ΕΕ: χώρες με πιο βιομηχανικό προφίλ και μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο πιέζουν για χαλαρότερους κανόνες κρατικών ενισχύσεων και ισχυρά εθνικά προγράμματα στήριξης, ενώ πιο μικρές και δημοσιονομικά συντηρητικές οικονομίες φοβούνται τον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς. Το επόμενο διάστημα, οι συζητήσεις για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, την αναθεώρηση των κανόνων ανταγωνισμού και τον σχεδιασμό κοινών ευρωπαϊκών εργαλείων επενδύσεων θα κρίνουν αν η ΕΕ μπορεί πράγματι να κάνει τη στροφή από τη διαχείριση κρίσεων σε μια συνεκτική στρατηγική ανάπτυξης.
Σχόλιο
: Η σουηδική θέση λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τη μάχη της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας αν παραμείνει εγκλωβισμένη σε βραχυπρόθεσμες πυροσβεστικές λύσεις· το πραγματικό τεστ θα είναι αν οι κυβερνήσεις αποδεχθούν το πολιτικό κόστος βαθιών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν παραγωγικότητα και καινοτομία.






