Ένα σύνθετο πολεμικό παίγνιο στη Στρατιωτική Πανεπιστημιούπολη του Μπουντεσβερ στο Αμβούργο προσομοίωσε ρωσική εισβολή στη Λιθουανία και έδειξε μια Ευρώπη αργή, διστακτική και βαθιά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ. Η Ρωσία καταφέρνει να δημιουργήσει χερσαίο διάδρομο προς το Καλίνινγκραντ, ενώ το ΝΑΤΟ αποφεύγει τη στρατιωτική απάντηση και η Γερμανία εγκλωβίζεται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Σε συνεργασία με το Γερμανικό Κέντρο Πολεμικών Παιγνίων του Πανεπιστημίου Μπουντεσβερ, η εφημερίδα WELT οργάνωσε μια ολοήμερη προσομοίωση κρίσης: η Ρωσία, μετά από μια αναγκαστική ειρήνη στην Ουκρανία, χρησιμοποιεί ασκήσεις στη Λευκορωσία, υβριδικές επιθέσεις και μια υποτιθέμενη «ανθρωπιστική αποστολή» για να εισβάλει στη Λιθουανία και να ανοίξει διάδρομο προς το Καλίνινγκραντ. Ο στόχος: να δοκιμάσει τα όρια της Συμμαχίας, σε μια στιγμή που οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ δηλώνουν ότι δεν θα είναι πλέον ο μοναδικός εγγυητής της παγκόσμιας τάξης.
Το σενάριο: Υβριδική κρίση, αστραπιαία εισβολή
Η προσομοίωση ξεκινά με μια σειρά από κλασικά εργαλεία ρωσικού υβριδικού πολέμου: ψευδές βίντεο που εμφανίζει Γερμανούς στρατιώτες να κακοποιούν ρωσόφωνους εφήβους στη Λιθουανία και κυβερνοεπίθεση στις γερμανικές τράπεζες ταμιευτηρίου, που βγάζει εκτός λειτουργίας χιλιάδες ΑΤΜ. Παράλληλα, ρωσικά στρατεύματα παραμένουν μόνιμα στα σύνορα Λευκορωσίας–Λιθουανίας.
Η «Κόκκινη Ομάδα», που ενσαρκώνει την ρωσική ηγεσία, υιοθετεί τη γνωστή στρατηγική της Μόσχας: όχι κατάληψη των Βαλτικών μετωπικά, αλλά δημιουργία τετελεσμένων που ανατρέπουν την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Αντί για μια ευθεία προέλαση προς το Βίλνιους, επιλέγει τον λεγόμενο διάδρομο Σουβάλκι – τη στενή λωρίδα γης μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, μοναδική χερσαία σύνδεση των Βαλτικών χωρών με την υπόλοιπη Συμμαχία.
Μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, ρωσικές δυνάμεις από Λευκορωσία και Καλίνινγκραντ συναντώνται κοντά στη Μαριγιαμπολέ, ελέγχοντας de facto τον διάδρομο. Επισήμως παρουσιάζονται ως «ειρηνευτικές δυνάμεις» που προστατεύουν ανθρωπιστική αυτοκινητοπομπή· στην πράξη πρόκειται για βαριά τεθωρακισμένη δύναμη που θωρακίζει τη νέα γραμμή με ναρκοπέδια, πυροβολικό, drones και αντιαεροπορικά συστήματα. Η Ρωσία έχει εισβάλει σε έδαφος ΝΑΤΟ χωρίς να προκαλέσει άμεση, συλλογική στρατιωτική αντίδραση.
Η γερμανική απάντηση: διαχείριση κρίσης αντί αποτροπής
Η «Μπλε Ομάδα», που αναπαριστά τη γερμανική κυβέρνηση, αντιδρά πρωτίστως ως κράτος πρόνοιας και όχι ως δύναμη αποτροπής. Ενεργοποιεί σχέδια πολιτικής προστασίας, συγκροτεί εθνικό συμβούλιο ασφαλείας, αυξάνει την ορατή παρουσία στρατού και αστυνομίας, προωθεί επικοινωνιακή εκστρατεία κατά της ρωσικής προπαγάνδας και, σε μια ιστορικά πρωτοφανή κίνηση, κηρύσσει το «Spannungsfall» – συνταγματική κατάσταση αυξημένης έντασης που ανοίγει τον δρόμο για επιστράτευση και κατεύθυνση της βιομηχανίας σε πολεμική παραγωγή.
Παράλληλα, προωθείται οικονομική σκλήρυνση: διακοπή των τελευταίων ενεργειακών δεσμών με τη Ρωσία, πίεση για αξιοποίηση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων και σχέδιο ελέγχου της ρωσικής «σκιώδους» ναυτιλίας πετρελαίου στη Βόρεια και Βαλτική Θάλασσα, ακόμη και με ρίσκο άμεσης αντιπαράθεσης με ρωσικά πολεμικά πλοία.
Ωστόσο, η Γερμανία αποφεύγει το κρίσιμο βήμα: την έγκαιρη χρήση στρατιωτικής ισχύος για να ανατραπεί το τετελεσμένο στο λιθουανικό έδαφος. Αντί για ενεργοποίηση του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, το Βερολίνο στρέφεται προς το Άρθρο 42(7) της ΕΕ, προωθώντας μια ευρωπαϊκή ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Ανάπτυξης, έως 5.000 στρατιώτες, με αποστολή περισσότερο αποτροπής περαιτέρω ρωσικής προέλασης παρά απελευθέρωσης του διαδρόμου.
Ο αβέβαιος ρόλος των ΗΠΑ και τα κενά της ευρωπαϊκής άμυνας
Κομβικό στοιχείο του παιγνίου είναι η στάση των ΗΠΑ. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, όπως τον υποδύεται η «Διεθνής Ομάδα», αποδέχεται ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ Μόσχας και Ευρωπαίων, αλλά αποφεύγει σαφείς κόκκινες γραμμές, αρνείται νέες κυρώσεις και απορρίπτει τη συζήτηση ενεργοποίησης του Άρθρου 5. Η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με τη δική της Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, ιεραρχεί πρώτα το Δυτικό Ημισφαίριο, δεύτερη την Ασία και τρίτη την Ευρώπη· στόχος της είναι να μη «μπλεχτεί» σε έναν νέο ευρωπαϊκό πόλεμο.
Οι ΗΠΑ δέχονται να κρατήσουν σε λειτουργία το νατοϊκό σύστημα διοίκησης και να παρέχουν πληροφορίες, αλλά όχι να μετακινήσουν στρατεύματα ή να πλήξουν ρωσικούς στόχους. Έτσι, τα περιφερειακά αμυντικά σχέδια του ΝΑΤΟ για Βαλτική και Κεντρική Ευρώπη καθίστανται πρακτικά ανεφάρμοστα χωρίς τις αμερικανικές δυνατότητες σε αντιαεροπορική άμυνα, πληροφορίες και ακριβείας πλήγματα.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τις ευρωπαϊκές διαιρέσεις, ενεργοποιώντας «φίλους της ειρήνης» όπως η Ουγγαρία ή η Σλοβακία για να μπλοκάρουν αποφάσεις σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, ενώ διατηρεί στο υπόβαθρο το ανείπωτο αλλά πάντα παρόν χαρτί της πυρηνικής κλιμάκωσης.
Το μήνυμα προς την Ευρώπη: η αποτροπή κρίνεται πριν πέσει η πρώτη σφαίρα
Στο τέλος της ημέρας, η προσομοίωση κλείνει με τη Ρωσία να έχει κατοχυρώσει τον χερσαίο διάδρομο προς το Καλίνινγκραντ, το ΝΑΤΟ να μην έχει αντιδράσει στρατιωτικά στην κατάληψη εδάφους κράτους–μέλους και την Ευρώπη να επιχειρεί, χωρίς τις ΗΠΑ, να συγκροτήσει περιορισμένη δύναμη γύρω από την κατεχόμενη ζώνη. Οι επικεφαλής του Κέντρου Πολεμικών Παιγνίων σημειώνουν ότι η γερμανική πλευρά έκανε περισσότερα απ’ όσα θα ήταν ρεαλιστικά εφικτά σήμερα, αλλά απέτυχε στο βασικό: να χρησιμοποιήσει έγκαιρα στρατιωτική ισχύ που θα ανάγκαζε τη Μόσχα να αναθεωρήσει τη στρατηγική της.
Το συμπέρασμα είναι αιχμηρό: η αποτροπή δεν καταρρέει τη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά πολύ νωρίτερα – όταν ο αντίπαλος πείθεται ότι η άλλη πλευρά δεν θα ρισκάρει κλιμάκωση για να υπερασπιστεί τις κόκκινες γραμμές της. Για την Ευρώπη, και ειδικά για χώρες–πυλώνες όπως η Γερμανία, το μήνυμα είναι ότι χωρίς αξιόπιστη στρατιωτική ισχύ, πολιτική βούληση και σαφή σήματα προς τη Μόσχα, η θεωρητική συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ μπορεί στην πράξη να αποδειχθεί κενό γράμμα.
Σχόλιο
: Το πολεμικό παίγνιο λειτουργεί ως προειδοποίηση για την Ευρώπη: αν δεν αποκτήσει αυτόνομη, αξιόπιστη ικανότητα αποτροπής και ταχείας αντίδρασης, η γεωπολιτική εξάρτηση από μια απρόθυμη Ουάσιγκτον μπορεί να ενθαρρύνει τη Μόσχα να δοκιμάσει στην πράξη ό,τι σήμερα προσομοιώνεται σε αίθουσες πανεπιστημίων.






