Η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ ανακοινώνει νέο κύμα ρυθμίσεων για τα social media και τα chatbots τεχνητής νοημοσύνης, στοχεύοντας ειδικά στην προστασία των παιδιών. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αντιμετώπιση εθιστικών λειτουργιών, η αποθήκευση δεδομένων μετά από θανάτους ανηλίκων και πιθανή απαγόρευση πρόσβασης κάτω των 16 ετών.
Η βρετανική κυβέρνηση ετοιμάζει σημαντική σκλήρυνση του πλαισίου ρύθμισης των social media και των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, με αιχμή την προστασία των παιδιών. Ο πρωθυπουργός σερ Κιρ Στάρμερ δεσμεύθηκε ότι «καμία πλατφόρμα δεν θα έχει ελεύθερο πάσο» στο ζήτημα της ασφάλειας των ανηλίκων στο διαδίκτυο και προανήγγειλε κλείσιμο νομικών κενών στον υφιστάμενο νόμο για την online ασφάλεια.
Νέες ρυθμίσεις για chatbots, εθιστικές λειτουργίες και VPN
Ο Νόμος για την Διαδικτυακή Ασφάλεια, που θεσπίστηκε το 2023, προηγήθηκε της εκρηκτικής διάδοσης των AI chatbots, όπως το ChatGPT. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η τεχνολογία έχει ήδη ξεπεράσει το νομοθετικό πλαίσιο και ανακοινώνει τροποποιήσεις τόσο στον νόμο αυτό όσο και στο νέο Crime and Policing Bill, ώστε τα chatbots να υποχρεώνονται να προστατεύουν τους χρήστες από παράνομο περιεχόμενο.
Παράλληλα, τίθεται σε δημόσια διαβούλευση η πιθανή επιβολή απαγόρευσης πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 16 ετών, καθώς και περιορισμοί στη χρήση εθιστικών λειτουργιών όπως το «infinite scrolling» και το αυτόματο autoplay βίντεο για ανηλίκους. Εξετάζονται επίσης μέτρα για να αποτρέπεται η χρήση εικονικών ιδιωτικών δικτύων (VPNs) από παιδιά, ώστε να μην παρακάμπτονται ηλικιακά όρια και φραγές σε πορνογραφικό ή άλλο επιβλαβές περιεχόμενο.
Η κόντρα της κυβέρνησης με τον Ίλον Μασκ, μετά τη χρήση του Grok AI στο X (πρώην Twitter) για τη δημιουργία ψεύτικων γυμνών εικόνων γυναικών, λειτούργησε ως καταλύτης. Ο Στάρμερ υποστήριξε ότι η παρέμβαση στο Grok «έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι καμία πλατφόρμα δεν έχει ασυλία» και τόνισε πως «η τεχνολογία κινείται πολύ γρήγορα και ο νόμος πρέπει να συμβαδίσει».
Η υπόθεση Jools’ Law και η πολιτική αντιπαράθεση
Κεντρική θέση στο νέο πακέτο μέτρων καταλαμβάνει η λεγόμενη Jools’ Law, μετά τον θάνατο του 14χρονου Τζουλς το 2022, που η μητέρα του πιστεύει ότι συνδέεται με επικίνδυνη διαδικτυακή «πρόκληση». Σήμερα, τα δεδομένα ενός παιδιού στα χέρια των τεχνολογικών εταιρειών μπορούν να ζητηθούν από αστυνομία ή ιατροδικαστή εντός 12 μηνών από τον θάνατο, όμως συχνά μέχρι τότε έχουν ήδη διαγραφεί.
Με τις νέες ρυθμίσεις, τα δεδομένα θα πρέπει να διασφαλίζονται εντός πέντε ημερών, εφόσον κριθούν δυνητικά σχετιζόμενα με τα αίτια θανάτου, δίνοντας στις οικογένειες μεγαλύτερες πιθανότητες να λάβουν απαντήσεις. Η μητέρα του Τζουλς, Έλεν Ρουμ, χαιρέτισε την αλλαγή, αλλά υπογράμμισε ότι «πρέπει να σταματήσουμε τη βλάβη πριν συμβεί».
Ο συντηρητικός λόρδος Νας, που πιέζει για αυστηρότερους κανόνες, καλωσόρισε την υιοθέτηση της Jools’ Law, αλλά ζήτησε την άμεση αύξηση του ηλικιακού ορίου στα 16 για τις πιο επιβλαβείς πλατφόρμες. Η αντιπολίτευση, ωστόσο, κατηγορεί την κυβέρνηση για καθυστέρηση. Η σκιώδης υπουργός Παιδείας Λόρα Τροτ χαρακτήρισε τη διαβούλευση «αδράνεια» και υποστήριξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «μένει πίσω», ζητώντας άμεση απαγόρευση πρόσβασης κάτω των 16. Αντίστοιχα, η εκπρόσωπος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών Μουνίρα Γουίλσον κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «κλωτσά το τενεκεδάκι παρακάτω» και απαίτησε σαφές χρονοδιάγραμμα.
Η υπουργός Τεχνολογίας Λιζ Κένταλ απάντησε ότι η κυβέρνηση είναι «αποφασισμένη να δώσει στα παιδιά την παιδική ηλικία που αξίζουν» και δεν θα περιμένει για να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις. Η συζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο αντανακλά ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές δίλημμα: πώς θα εξισορροπηθούν η καινοτομία στην τεχνητή νοημοσύνη και τα κοινωνικά δίκτυα με την ουσιαστική προστασία των πιο ευάλωτων χρηστών, ιδίως των παιδιών.
Σχόλιο
: Η κίνηση Στάρμερ εντάσσει το Λονδίνο στο κλαμπ των χωρών που επιχειρούν να ρυθμίσουν επιθετικά την ψηφιακή οικονομία, με αιχμή την προστασία ανηλίκων. Το στοίχημα είναι αν η Βρετανία θα καταφέρει να επιβάλει κανόνες σε παγκόσμιους τεχνολογικούς κολοσσούς χωρίς να πλήξει την καινοτομία, την ώρα που η πολιτική αντιπαράθεση για την ταχύτητα και το εύρος των μέτρων οξύνεται.






