Με μια ιδιαίτερα προσωπική ανάρτηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποχαιρέτησε την βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκατζη‑Αρβελέρ, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της στη διαμόρφωση της σύγχρονης ιστορικής αφήγησης για το Βυζάντιο και την ελληνική ταυτότητα. Το μήνυμα του πρωθυπουργού υπερέβη τα τυπικά συλλυπητήρια, αναδεικνύοντας τη σύνδεση επιστήμης, πολιτισμού και εθνικής αυτογνωσίας.
Ο θάνατος της Ελένης Γλύκατζη‑Αρβελέρ, μίας από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας βυζαντινολογίας, προκάλεσε ευρύ κύμα αναφορών στον δημόσιο λόγο. Ανάμεσά τους ξεχώρισε η ανάρτηση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία λειτούργησε ταυτόχρονα ως προσωπικό αποχαιρετιστήριο μήνυμα και ως πολιτική τοποθέτηση για το πώς η Ελλάδα αντιλαμβάνεται την ιστορική της διαδρομή.
Η Αρβελέρ ως γέφυρα ιστορίας, ταυτότητας και Ευρώπης
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την εκλιπούσα «κοσμοπολίτισσα της σκέψης και του πολιτισμού με την ελληνική καρδιά», δίνοντας έμφαση στον διττό της ρόλο: διεθνής ακαδημαϊκός, αλλά με σταθερό σημείο αναφοράς την ελληνική ταυτότητα. Υπενθύμισε την πορεία της «από τις προσφυγικές γειτονιές της Αθήνας» μέχρι τη θέση της πρώτης γυναίκας πρύτανη της Σορβόννης, αναδεικνύοντας τη βιογραφία της ως παράδειγμα κοινωνικής κινητικότητας και δύναμης της θέλησης.
Κρίσιμο σημείο της ανάρτησης είναι η περιγραφή της ως «φωτισμένης ερευνήτριας που ένωσε τους κύκλους της πορείας του Έθνους μας από τα ρωμαϊκά χρόνια έως τις μέρες μας, αναδεικνύοντας το Βυζάντιο ως γέφυρα προς την ελληνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα». Η διατύπωση αυτή συνοψίζει την καθοριστική συμβολή της Αρβελέρ: την απομάκρυνση του Βυζαντίου από τη σφαίρα του «σκοτεινού Μεσαίωνα» και την ένταξή του στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας.
Σε μια περίοδο όπου η συζήτηση για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και τον ρόλο της στην ΕΕ παραμένει κεντρική, η αναφορά αυτή προσλαμβάνει πολιτική διάσταση: η ελληνική ιστορική εμπειρία προβάλλεται όχι ως περιφερειακή ιδιαιτερότητα, αλλά ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Η δημόσια διανόηση και τα εθνικά ζητήματα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στέκεται επίσης στον ενεργό δημόσιο ρόλο της Αρβελέρ, σημειώνοντας ότι «πάντα την ενδιέφεραν τα κοινά» και ότι διατύπωνε «τολμηρές και αιχμηρές απόψεις». Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη φράση της «η λέξη “συνάνθρωπος” είναι ελληνική και αμετάφραστη», ως συμπύκνωση της αντίληψής της για τη σημασία της δημόσιας δράσης και της κοινωνικής ευθύνης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στην αταλάντευτη στάση της υπέρ των εθνικών δικαίων και ειδικότερα στο αίτημα επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα. Η επισήμανση αυτή συνδέει την ιστορικό με μια από τις πιο διαρκείς διεκδικήσεις της ελληνικής πολιτείας στον χώρο του πολιτισμού, υπογραμμίζοντας τον ρόλο των διανοουμένων ως πολλαπλασιαστών ισχύος της «ήπιας δύναμης» της χώρας.
Τέλος, ο πρωθυπουργός αναδεικνύει και τη διδακτική διάσταση της προσωπικότητάς της, παραθέτοντας δύο χαρακτηριστικές της φράσεις: «ώστε το “αν” να γίνεται “να”» και «να μην μπερδεύετε τη γνώση με τη γνώμη. Η γνώμη αλλάζει, ενώ η γνώση εμπλουτίζεται». Πρόκειται για αποστάγματα που συνοψίζουν μια κουλτούρα αποτελέσματος, αλλά και σεβασμού στην τεκμηριωμένη γνώση – ζητούμενα που υπερβαίνουν τον ακαδημαϊκό χώρο και αγγίζουν τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών και της δημόσιας σφαίρας.
Η Αρβελέρ, όπως σημειώνει ο πρωθυπουργός, «περνά στην Ιστορία που τόσο πολύ μελέτησε και λάτρεψε», αφήνοντας ως «πανάκριβη κληρονομιά» το έργο και τις σκέψεις της. Με αυτό τον τρόπο, η κυβερνητική αφήγηση εντάσσει την απώλειά της σε ένα ευρύτερο σχήμα εθνικής αυτογνωσίας, όπου η ιστορική έρευνα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά εργαλείο κατανόησης της θέσης της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο.
Σχόλιο
: Το μήνυμα Μητσοτάκη δεν είναι ένα τυπικό πολιτικό συλλυπητήριο· αποτελεί συνειδητή επένδυση σε μια αφήγηση που συνδέει την ελληνική ιστορική συνέχεια με την ευρωπαϊκή προοπτική και αναδεικνύει τον ρόλο της γνώσης και της διανόησης ως στρατηγικού κεφαλαίου για τη χώρα.






