Νέα δημοσκόπηση σε πέντε χώρες του ΝΑΤΟ δείχνει ότι η κοινή γνώμη θεωρεί τις μεγάλες κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές πράξη πολέμου. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να ορίσουν σαφή κόκκινη γραμμή και αποτελεσματική αποτροπή.
Η ψηφιακή διάσταση της ασφάλειας μετατρέπεται σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης για το ΝΑΤΟ, με την κοινή γνώμη να προηγείται των κυβερνήσεων. Νέα έρευνα της Public First για λογαριασμό του Politico, σε ΗΠΑ, Καναδά, Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο, καταγράφει ευρεία συναίνεση ότι οι σοβαρές κυβερνοεπιθέσεις σε νοσοκομεία, δίκτυα ηλεκτροδότησης και κρίσιμες υποδομές συνιστούν ουσιαστικά πράξη πολέμου.
Η κοινωνία βλέπει πόλεμο εκεί όπου οι κυβερνήσεις διστάζουν
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, πλειοψηφία των πολιτών και στις πέντε χώρες θεωρεί πως ένα κυβερνοχτύπημα που «ρίχνει» νοσοκομεία ή ενεργειακά δίκτυα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολεμική ενέργεια. Οι Καναδοί εμφανίζονται οι πιο αυστηροί, με το 73% να συμφωνεί με αυτό τον ορισμό. Αντίστοιχα υψηλά ποσοστά υποστήριξης καταγράφονται και για τον χαρακτηρισμό ως πράξης πολέμου της δολιοφθοράς σε υποθαλάσσια καλώδια ή ενεργειακούς αγωγούς, ένα φαινόμενο που έχει πυκνώσει τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, η έρευνα φωτίζει μια έντονη διαφοροποίηση στην αντίληψη της ρωσικής απειλής. Πλειοψηφίες σε Γερμανία, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούν τη Ρωσία ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ειρήνη, ενώ σε ΗΠΑ και Καναδά το σχετικό ποσοστό είναι αισθητά χαμηλότερο. Αυτή η απόκλιση περιπλέκει τη διαμόρφωση ενιαίας νατοϊκής στρατηγικής αποτροπής στον κυβερνοχώρο.
Ραγδαία κλιμάκωση επιθέσεων σε υγεία και ενέργεια
Την τελευταία πενταετία, κρατικά υποστηριζόμενες ομάδες χάκερ –συχνά με διασυνδέσεις στη Ρωσία ή το Ιράν– έχουν πολλαπλασιάσει τα χτυπήματα σε κρίσιμες υποδομές. Το 2024, ρωσογενής ομάδα ransomware έπληξε την αμερικανική εταιρεία Change Healthcare, εκθέτοντας ευαίσθητα δεδομένα άνω των 190 εκατ. πολιτών και διαταράσσοντας σοβαρά τη λειτουργία του συστήματος υγείας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, κυβερνοεπίθεση σε συστήματα του NHS από ρωσική ομάδα συνδέθηκε ακόμη και με θάνατο ασθενούς, ενώ το FBI έχει κατηγορήσει Ιρανούς κυβερνοχειριστές για απόπειρα διείσδυσης στο δίκτυο του Παιδιατρικού Νοσοκομείου της Βοστώνης.
Παρότι τέτοιες ενέργειες δεν έχουν επίσημα χαρακτηριστεί ως πράξεις πολέμου, το ΝΑΤΟ από το 2014 έχει αναγνωρίσει ότι μια σοβαρή κυβερνοεπίθεση μπορεί να ενεργοποιήσει το Άρθρο 5, τη ρήτρα συλλογικής άμυνας. Ωστόσο, νατοϊκοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι παραμένει ασαφές ποιο επίπεδο καταστροφής ή απωλειών θα αποτελούσε επαρκή λόγο για συλλογική στρατιωτική αντίδραση, αφήνοντας χώρο σε γκρίζες ζώνες και στρατηγικό υπολογισμό από επιτιθέμενους.
Προς πιο επιθετική κυβερνοστρατηγική ΗΠΑ και Γερμανίας
Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από την παθητική «ανθεκτικότητα» στην ενεργητική άμυνα. Ο αντιπρόεδρος της γερμανικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας πληροφοριών (BND), Νταγκ Μπέερ, τόνισε στο Munich Cyber Security Conference ότι «η ανθεκτικότητα από μόνη της δεν αρκεί, χρειάζεται ενεργητική άμυνα». Στο ίδιο μήκος κύματος, η Ουάσινγκτον ετοιμάζει νέα εθνική στρατηγική κυβερνοασφάλειας, με στόχο μια λιγότερο «αντιδραστική» στάση και μεγαλύτερη έμφαση σε προληπτικά και αποτρεπτικά πλήγματα.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη γίνει πιο φωναχτή για τη χρήση επιθετικών κυβερνοδυνατοτήτων, αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων ρόλο των αμερικανικών υπηρεσιών στη διακοπή ρεύματος στο Καράκας κατά τις επιχειρήσεις σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο, αλλά και στη στήριξη πυραυλικών πληγμάτων σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις με παράλληλη εξουδετέρωση συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση προετοιμάζει αναθεώρηση των αρμοδιοτήτων πληροφοριών και κυβερνοασφάλειας ώστε να μπορεί να «χτυπά πίσω» ξένους χάκερ.
Παρά την αυξανόμενη στήριξη της κοινής γνώμης σε κυβερνοάμυνα υψηλής προτεραιότητας, η έρευνα δείχνει πιο ήπια στάση απέναντι σε «μαλακότερες» υβριδικές ενέργειες: λιγότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες θεωρούν πράξη πολέμου τη διαρροή ιδιωτικών συνομιλιών πολιτικών μέσω χάκινγκ, ενώ ακόμη λιγότεροι χαρακτηρίζουν έτσι την παραπληροφόρηση σε προεκλογικές εκστρατείες. Ωστόσο, πλειοψηφία συμφωνεί ότι κυβερνοδυνατότητες, τεχνητή νοημοσύνη και παραδοσιακή στρατιωτική ισχύς είναι εξίσου κρίσιμες για τη σύγχρονη άμυνα.
Σχόλιο
: Η έρευνα αναδεικνύει ένα επικίνδυνο κενό μεταξύ κοινωνικής προσδοκίας και θεσμικού πλαισίου: οι πολίτες θεωρούν ήδη τις μεγάλες κυβερνοεπιθέσεις κανονικό πόλεμο, ενώ τα κράτη κρατούν σκόπιμα θολά τα όρια για να διατηρήσουν στρατηγική ευελιξία. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις σε κυβερνοάμυνα και υβριδική αποτροπή δεν είναι πια τεχνικό ζήτημα, αλλά ζήτημα πυρήνα εθνικής κυριαρχίας και αξιοπιστίας της αποτροπής.






