Ο Φρίντριχ Μερτς πραγματοποιεί την πρώτη του επίσκεψη στην Κίνα ως καγκελάριος, επιδιώκοντας εμβάθυνση συνεργασίας χωρίς ρήξη με το Πεκίνο. Στο επίκεντρο βρίσκονται το εμπορικό έλλειμμα, ο ανταγωνισμός στη βιομηχανία και ο ρόλος της Κίνας στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η επίσκεψη του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στο Πεκίνο σηματοδοτεί μια προσπάθεια «επανεκκίνησης» στις σινογερμανικές σχέσεις, σε μια περίοδο όπου η Κίνα είναι ταυτόχρονα ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος και στρατηγικός ανταγωνιστής της Γερμανίας. Ο Μερτς συνοδεύεται από πολυμελή αντιπροσωπεία κορυφαίων Γερμανών βιομηχάνων, γεγονός που υπογραμμίζει τον έντονα οικονομικό χαρακτήρα της αποστολής.
Στρατηγική συνεργασία με φόντο εμπορικές ανισορροπίες
Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ κάλεσε για «ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας» και ανέφερε ότι θέλει να αναβαθμίσει τη «συνολική στρατηγική εταιρική σχέση» με το Βερολίνο σε «νέα επίπεδα». Από την πλευρά του, ο Μερτς τόνισε ότι Γερμανία και Κίνα είναι «δύο από τις τρεις μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες στον κόσμο», κάτι που συνεπάγεται «μεγάλη ευθύνη αλλά και μεγάλη ευκαιρία».
Πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις, όμως, βρίσκεται μια ανησυχητική αριθμητική: η Κίνα επανήλθε το 2025 ως σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας, με όγκο συναλλαγών άνω των 250 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, το γερμανικό εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα εκτινάχθηκε σε περίπου 90 δισ. ευρώ, κατά 30 δισ. περισσότερο σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο. Η γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα ο κλάδος αυτοκινήτου, βλέπει πλέον την Κίνα όχι μόνο ως αγορά, αλλά και ως ισχυρό ανταγωνιστή, ειδικά στα ηλεκτρικά οχήματα, όπου οι κινεζικές εταιρείες κερδίζουν έδαφος με χαμηλότερο κόστος και κρατικές επιδοτήσεις.
Σε συνάντησή του με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, ο Μερτς μίλησε για ανάγκη «βαθύτερων οικονομικών ανταλλαγών», αλλά υπογράμμισε ότι η συνεργασία πρέπει να είναι «δίκαιη», με διαφάνεια, προβλέψιμους κανόνες και ισότιμη πρόσβαση στην αγορά. Ο Λι από την πλευρά του κάλεσε Γερμανία και Κίνα να «προστατεύσουν τον ελεύθερο εμπορικό» και ένα «δικαιότερο, πιο δίκαιο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης», δείχνοντας προς την εμπορική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Ουκρανία, Ταϊβάν και το δίλημμα «αποσύνδεσης»
Η επίσκεψη πραγματοποιείται αμέσως μετά την τέταρτη επέτειο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, με τον Μερτς να ασκεί δημόσια κριτική στον ρόλο του Πεκίνου. Κατηγορεί την Κίνα ότι στηρίζει εμμέσως τη ρωσική πολεμική μηχανή μέσω εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και εξαγωγών τεχνολογίας. Έφτασε μάλιστα να δηλώσει ότι «αν ο Σι Τζινπίνγκ έλεγε αύριο: “Σταματήστε”, ο πόλεμος θα σταματούσε μεθαύριο», θέλοντας να αναδείξει το γεωπολιτικό βάρος του Πεκίνου.
Η Κίνα, από την πλευρά της, επιμένει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν θα πρέπει να επιβαρύνει τις σχέσεις της με την Ευρώπη και ότι στηρίζει μια πολιτική λύση μέσω διαλόγου. Ωστόσο, η σύγκριση που γίνεται συχνά ανάμεσα στην ουκρανική κρίση και την κινεζική διεκδίκηση της Ταϊβάν, την οποία το Πεκίνο θεωρεί δικό του έδαφος, δημιουργεί πρόσθετες εντάσεις. Η Γερμανία τηρεί την πολιτική «μίας Κίνας», αλλά, όπως τόνισε ο Μερτς, «θα καθορίσουμε μόνοι μας τις ακριβείς παραμέτρους» αυτής της πολιτικής, διατηρώντας ανεπίσημες οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με την Ταϊβάν.
Παρά την κλιμάκωση της στρατηγικής αντιπαλότητας, ο Μερτς απορρίπτει την ιδέα «αποσύνδεσης» από την Κίνα, προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να «πυροβολεί η Γερμανία τα πόδια της» και να υπονομεύει τις δικές της οικονομικές προοπτικές. Αντ’ αυτού προωθεί τη λογική της «μείωσης κινδύνων»: περιορισμός εξαρτήσεων σε κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες, διαφοροποίηση αγορών, αλλά χωρίς ρήξη στις εμπορικές σχέσεις.
Πέντε αρχές για μια «νέα» πολιτική έναντι του Πεκίνου
Πριν από την αναχώρησή του, ο Μερτς παρουσίασε πέντε βασικές αρχές για τη γερμανική πολιτική έναντι της Κίνας, χρησιμοποιώντας ένα κινεζικό ρητό για το «άλογο που τραβά την άμαξα μαζί με άλλους» για να περιγράψει την ανάγκη συλλογικής δράσης. Πρώτον, τόνισε ότι μια «έξυπνη πολιτική για την Κίνα» ξεκινά από μια ισχυρή και ανταγωνιστική Ευρώπη· μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει «ισορροπημένη εταιρική σχέση». Δεύτερον, υπογράμμισε την ανάγκη κοινής ευρωπαϊκής γραμμής, επισημαίνοντας ότι οι σχεδόν ταυτόχρονες επισκέψεις του ίδιου, του Εμανουέλ Μακρόν και του Κιρ Στάρμερ δεν είναι τυχαίες.
Τρίτον, έθεσε ως κεντρικό αίτημα τον «δίκαιο ανταγωνισμό», με σαφείς κανόνες και χωρίς στρεβλώσεις από κρατικές επιδοτήσεις. Τέταρτον, επανέλαβε τη στρατηγική «μείωσης κινδύνων» αντί για πλήρη αποσύνδεση, στέλνοντας ταυτόχρονα μήνυμα στο Πεκίνο με την επιλογή του να επισκεφθεί πρώτα την Ινδία. Πέμπτον, υπογράμμισε ότι η Κίνα είναι αναπόφευκτος παίκτης σε παγκόσμιες προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή, αλλά και σε ζητήματα ασφάλειας, από τη συμμαχία της με τη Ρωσία μέχρι την αντιπαράθεσή της με τις ΗΠΑ στον Ειρηνικό.
Για τη Γερμανία, η πρόκληση είναι διπλή: να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της απέναντι στη «δεύτερη κινεζική σοκ» και ταυτόχρονα να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους συνεργασίας με μια δύναμη που δεν μπορεί να αγνοήσει.
Σχόλιο
: Η επίσκεψη Μερτς δείχνει ότι το Βερολίνο εγκαταλείπει ταυτόχρονα τόσο τη ρομαντική «ατζέντα εμπορίου χωρίς όρους» όσο και την ιδέα μιας απότομης αποσύνδεσης από την Κίνα. Αντί γι’ αυτό, επιχειρεί μια δύσκολη ισορροπία: να περιορίσει την εξάρτηση σε κρίσιμους τομείς, να πιέσει για δίκαιους κανόνες παιχνιδιού και παράλληλα να αξιοποιήσει την κινεζική αγορά για να στηρίξει μια βιομηχανία που δοκιμάζεται από τον ενεργειακό μετασχηματισμό και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Το αν αυτή η στρατηγική «μείωσης κινδύνων» θα αποδώσει, θα κριθεί από το κατά πόσο η Γερμανία και η Ευρώπη θα μπορέσουν να μιλήσουν με μία φωνή απέναντι σε ένα ολοένα πιο διεκδικητικό Πεκίνο.
#Γερμανία #Κίνα #Μερτς #ΣιΤζινπίνγκ #εμπόριο #Ουκρανία #γεωπολιτική






