Ο υπουργός Επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου καλεί τις Βρυξέλλες να σταματήσουν να «υψώνουν εμπόδια» στις οικονομικές σχέσεις. Η παρέμβαση αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το μετα-Brexit εμπορικό πλαίσιο.
Η παρέμβαση του Βρετανού υπουργού Επιχειρήσεων, ο οποίος κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να σταματήσει να «υψώνει εμπόδια» στις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο, επαναφέρει στο προσκήνιο τις χρόνιες εντάσεις της μετα-Brexit εποχής. Παρότι η Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας έχει τυπικά ρυθμίσει το πλαίσιο, το Λονδίνο θεωρεί ότι η ΕΕ εφαρμόζει υπερβολικά αυστηρά καθεστώτα ελέγχου, με άμεσο κόστος για τις βρετανικές επιχειρήσεις.
Μετα-Brexit τριβές και κόστος για τις εταιρείες
Από την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, οι διασυνοριακές ροές αγαθών και υπηρεσιών έχουν επιβαρυνθεί με πρόσθετη γραφειοκρατία, τελωνειακούς ελέγχους και ρυθμιστικές αποκλίσεις. Οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, αναφέρουν αυξημένο κόστος συμμόρφωσης, καθυστερήσεις στις παραδόσεις και απώλεια ανταγωνιστικότητας στις ευρωπαϊκές αγορές.
Η βρετανική πλευρά υποστηρίζει ότι πολλές από τις ρυθμιστικές απαιτήσεις της ΕΕ υπερβαίνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ενιαίας αγοράς και λειτουργούν de facto ως μη δασμολογικά εμπόδια. Στο στόχαστρο βρίσκονται ιδίως οι κανόνες για την πιστοποίηση προϊόντων, τα πρότυπα ασφάλειας και οι διαδικασίες για τις υπηρεσίες, που επηρεάζουν κλάδους από τα βιομηχανικά αγαθά μέχρι την τεχνολογία και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Η κριτική του Λονδίνου εντάσσεται και σε μια ευρύτερη προσπάθεια να παρουσιαστεί η Βρετανία ως ανοικτή, φιλική προς τις επενδύσεις οικονομία, την ώρα που ο επιχειρηματικός κόσμος πιέζει για μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις σχέσεις με την ΕΕ, τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο.
Πολιτικές προεκτάσεις και ευρωπαϊκή διάσταση
Η έκκληση προς τις Βρυξέλλες έχει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Σε εσωτερικό επίπεδο, η κυβέρνηση επιδιώκει να δείξει ότι υπερασπίζεται τα συμφέροντα της βιομηχανίας και των εξαγωγέων, μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης για τις δυσκολίες στις εμπορικές σχέσεις στην ευρωπαϊκή πλευρά. Για τις Βρυξέλλες, ωστόσο, η διαφύλαξη της ενιαίας αγοράς και η ίση μεταχείριση όλων των τρίτων χωρών παραμένει κόκκινη γραμμή.
Η συζήτηση για τα «εμπόδια» δεν αφορά μόνο δασμούς και τελωνεία, αλλά και την πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις, την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και τη ροή δεδομένων. Οι όποιες προσαρμογές στο ισχύον πλαίσιο θα απαιτούσαν πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές, αλλά και προσεκτική εξισορρόπηση μεταξύ οικονομικού οφέλους και θεσμικής συνοχής της ΕΕ.
Για την Ελλάδα και τις ελληνικές επιχειρήσεις, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα μειωθούν τα εμπόδια για τις βρετανικές εταιρείες, αλλά και πώς θα επηρεαστεί ο ανταγωνισμός στην ευρωπαϊκή αγορά. Τυχόν χαλάρωση των κανόνων για το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα δεδομένα σε κλάδους όπου οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν παρουσία, από τη ναυτιλία και τον τουρισμό μέχρι τα αγροδιατροφικά προϊόντα.
Σχόλιο
: Η δημόσια πίεση του Λονδίνου προς την ΕΕ δείχνει ότι το μετα-Brexit πλαίσιο παραμένει ασταθές και υπό διαπραγμάτευση. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η πρόκληση είναι να αποφύγουν μια de facto επαναδιαπραγμάτευση από την πίσω πόρτα, διατηρώντας παράλληλα ανοικτούς διαύλους για τεχνικές βελτιώσεις που θα μειώσουν το κόστος για τις επιχειρήσεις χωρίς να υπονομεύσουν την ενιαία αγορά.






