Ο Αντώνης Σαμαράς επανέρχεται με αιχμές για όρους στη σύμβαση παραχώρησης προς την κοινοπραξία Chevron-Helleniq Energy. Η κυβέρνηση απαντά ότι πρόκειται για τυπικές νομικές ρήτρες που προστατεύουν το Δημόσιο και δεν αγγίζουν κυριαρχικά δικαιώματα.
Νέο επεισόδιο καταγράφεται στην κλιμακούμενη αντιπαράθεση μεταξύ του Αντώνη Σαμαρά και του Μεγάρου Μαξίμου, αυτή τη φορά με επίκεντρο τη σύμβαση παραχώρησης αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, στην οποία εμπλέκεται η κοινοπραξία Chevron-Helleniq Energy. Η αντιπαράθεση εκδηλώνεται ενώ η κυβέρνηση αναδεικνύει τη γεωπολιτική και γεωοικονομική σημασία της ενεργειακής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και έχει στην ατζέντα του υπουργικού συμβουλίου παρουσίαση των συμφωνιών.
Οι αιχμές Σαμαρά για «όρους» και το ζήτημα κυριαρχικών δικαιωμάτων
Ο πρώην πρωθυπουργός, σε δήλωσή του, ζητά απαντήσεις από την κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι στη σύμβαση προστέθηκαν «την τελευταία στιγμή» όροι που, κατά την εκτίμησή του, υποδηλώνουν δυνητική εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Επικαλείται διατυπώσεις που αφορούν ενδεχόμενη «αποχώρηση της εταιρίας» σε περίπτωση που μέρος της περιοχής «θα μπορούσε να μην αποτελεί μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ» ή όπου «η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα». Θέτει, επίσης, ερωτήματα για το πώς συμβιβάζονται τέτοιες πρόνοιες με τους κυβερνητικούς «πανηγυρισμούς», όπως αναφέρει.
Η παρέμβαση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο δημόσιας κριτικής του κ. Σαμαρά σε κυβερνητικούς χειρισμούς, με αιχμή τα εθνικά και ενεργειακά ζητήματα, ενώ στο πολιτικό παρασκήνιο παραμένει ανοιχτή η συζήτηση για τις επόμενες κινήσεις του.
Η απάντηση της κυβέρνησης και η «λογική» των ρητρών
Κυβερνητικά στελέχη αντιτείνουν ότι «κυριαρχικά δικαιώματα δεν χάνονται μέσω συμφωνιών με ιδιωτικές εταιρείες» και υπογραμμίζουν ότι, όπως σε κάθε σύμβαση αυτού του τύπου, προβλέπονται νομικές ρήτρες διασφάλισης υπέρ του Δημοσίου ώστε να μην προκύψουν απαιτήσεις αποζημιώσεων σε περίπτωση μελλοντικών οριοθετήσεων που θα αποφασίσει η ελληνική πολιτεία.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπενθυμίζουν ότι βρίσκεται σε προκαταρκτική φάση συζήτηση τεχνικών επιτροπών για θέματα οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης, ενώ υπάρχει και μερική οριοθέτηση Ελλάδας και Αιγύπτου. Η κυβερνητική πλευρά επιχειρεί έτσι να εντάξει τη σύμβαση σε μια «κανονικότητα» διεθνών ενεργειακών παραχωρήσεων, όπου οι νομικές πρόνοιες λειτουργούν ως μηχανισμός διαχείρισης κινδύνου.
Το πολιτικό διακύβευμα πίσω από τη σύμβαση
Πέρα από τη νομική ανάγνωση, η σύγκρουση αναδεικνύει το πολιτικό φορτίο των μεγάλων ενεργειακών κινήσεων: από τη μία πλευρά ως «ψήφος εμπιστοσύνης» και γεωπολιτική αναβάθμιση, από την άλλη ως πεδίο όπου οποιαδήποτε ασάφεια στους όρους γίνεται αφορμή για αμφισβήτηση στρατηγικής και αξιοπιστίας. Σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται άμεσα με τιμές, επενδυτικό κλίμα και διεθνείς συμμαχίες, το πώς επικοινωνούνται τέτοιες συμβάσεις μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμο με το περιεχόμενό τους.
Σχόλιο
: Η ουσία δεν είναι η ανταλλαγή πολιτικών χαρακτηρισμών, αλλά η θεσμική καθαρότητα: όταν μια σύμβαση συνδέεται με υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, χρειάζεται διαφανής τεκμηρίωση των ρητρών και των σεναρίων οριοθέτησης, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καχυποψία. Διαφορετικά, ακόμη και τεχνικές πρόνοιες μετατρέπονται σε πεδίο εσωτερικής πόλωσης, με κόστος στο επενδυτικό αφήγημα της χώρας.
#Σαμαράς #Μητσοτάκης #Chevron #HelleniqEnergy #Υδρογονάνθρακες #ΑΟΖ






