Η OpenAI συνάπτει στρατηγική συμφωνία με το Πεντάγωνο, αμέσως μετά τη ρήξη της κυβέρνησης Τραμπ με την Anthropic για λόγους ηθικής. Η κίνηση αναδιατάσσει τον γεωπολιτικό χάρτη της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της άμυνας.
Η OpenAI ανακοίνωσε συμφωνία με το αμερικανικό Πεντάγωνο για την παροχή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης σε διαβαθμισμένα στρατιωτικά δίκτυα, σε μια εξέλιξη που έρχεται λίγες μόλις ώρες μετά την εντολή του Ντόναλντ Τραμπ προς όλες τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να σταματήσουν άμεσα τη χρήση της ανταγωνίστριας Anthropic. Η σύγκρουση της κυβέρνησης με την Anthropic, με αφορμή αυστηρές ηθικές δικλίδες για την χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, άνοιξε χώρο τον οποίο έσπευσε να καλύψει η OpenAI.
Η ρήξη Τραμπ – Anthropic και το κενό ισχύος
Η Anthropic, δημιουργός του συστήματος Claude και εταιρεία που αυτοπαρουσιάζεται ως η πλέον προσανατολισμένη στην ασφάλεια, βρισκόταν επί μήνες σε διαπραγματεύσεις με το Πεντάγωνο. Κεντρικό σημείο τριβής αποτέλεσε η επιμονή της να μην επιτρέψει τη χρήση της τεχνολογίας της για μαζική επιτήρηση ή για πλήρως αυτόνομα οπλικά συστήματα που μπορούν να σκοτώνουν χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Το Πεντάγωνο φέρεται να ζητούσε χαλάρωση αυτών των περιορισμών, προβάλλοντας ως επιχείρημα την ανάγκη προστασίας της εθνικής ασφάλειας. Η Anthropic απάντησε ότι «δεν μπορεί με καθαρή συνείδηση» να δεχθεί την άρση των ηθικών της γραμμών άμυνας, υπογραμμίζοντας ότι στηρίζει όλες τις νόμιμες χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης για την άμυνα, πλην των δύο συγκεκριμένων εξαιρέσεων. Η αντίσταση αυτή προκάλεσε την οργή του Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε την εταιρεία «αριστερόστροφη» και ανακοίνωσε δημόσια ότι οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες θα σταματήσουν άμεσα να χρησιμοποιούν τα προϊόντα της.
Η στρατηγική τοποθέτηση της OpenAI και τα διλήμματα της βιομηχανίας
Σε αυτό το πλαίσιο, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με το Πεντάγωνο, υποστηρίζοντας πως το συμβόλαιο ενσωματώνει σαφείς απαγορεύσεις για «εγχώρια μαζική επιτήρηση» και για «αυτόνομα θανατηφόρα οπλικά συστήματα». Ο Άλτμαν δήλωσε ότι το υπουργείο Άμυνας «συμφωνεί με αυτές τις αρχές και τις αντικατοπτρίζει σε νόμο και πολιτική», προσθέτοντας ότι οι όροι αυτοί έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία.
Παράλληλα, κάλεσε το Πεντάγωνο να προσφέρει τους ίδιους όρους σε όλες τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να αποφευχθεί μια κούρσα προς τα κάτω, όπου όποιος κάνει τις μεγαλύτερες παραχωρήσεις στις στρατιωτικές απαιτήσεις κερδίζει τα συμβόλαια. Η παρέμβασή του έρχεται τη στιγμή που σχεδόν 500 εργαζόμενοι σε OpenAI και Google υπέγραψαν ανοικτή επιστολή, κατηγορώντας το Πεντάγωνο ότι προσπαθεί να «διαιρέσει» τις εταιρείες με τον φόβο ότι ο ανταγωνιστής θα υποχωρήσει.
Η OpenAI, η οποία ταυτόχρονα ανακοίνωσε ότι επιδιώκει γύρο χρηματοδότησης ύψους 110 δισ. δολαρίων που θα αποτιμούσε την εταιρεία στα 840 δισ. δολάρια, βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: από τη μία πλευρά, διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην αμερικανική αμυντική αρχιτεκτονική· από την άλλη, καλείται να πείσει εργαζόμενους, κοινή γνώμη και ρυθμιστικές αρχές ότι οι «κόκκινες γραμμές» της είναι ουσιαστικές και όχι επικοινωνιακές.
Σχόλιο
: Η υπόθεση δείχνει πως η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπεται σε στρατηγικό οπλοπολιτικό πόρο, όπου τα ηθικά πλαίσια γίνονται αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης ισχύος. Η OpenAI επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια εκρηκτική αποτίμηση, την πρόσβαση σε στρατιωτικά συμβόλαια και την ανάγκη να μην ταυτιστεί με την εικόνα του «εργολάβου ψηφιακού πολέμου». Το αν οι διακηρυγμένες κόκκινες γραμμές θα αποδειχθούν ανθεκτικές στην πίεση της Ουάσινγκτον θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για ολόκληρη τη βιομηχανία.






